Ὁ άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, η ολότητα  χώρου και χρόνου και η Θεωρία Σχετικότητας

επιμέλεια: Κώστας Καραντζούνης

Οι ψευδαισθήσεις του αισθητού κόσμου

O άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής είναι από τους σημαντικότερους πατέρες της Χριστιανικής πίστεως. Μέσα στη πολύ πλούσια θεολογία του, αναφέρεται εκτός των άλλων και στον φυσικό χώρο και χρόνο: «Είναι αδύνατο να γίνει αντιληπτή η έννοια του χώρου (‘που’), χωρίς την έννοια του χρόνου (‘πότε’), και αντιστρόφως, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή η έννοια του χρόνου χωρίς να συγκατανοηθεί με την έννοια του χώρου»1. Χρησιμοποιώντας αποκλειστικά και μόνον θεολογικά επιχειρήματα, και βασιζό­μενος στον τρόπο με τον οποίον εκείνος ως θεόπτης βλέπει το φυσικό κόσμο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο χώρος και ο  χρόνος αποτελούν στην ουσία μία ολότητα. Αναφέρεται επί­σης και στην θεμελιώδη σημασία που έχουν ο χώρος και ο χρόνος για την ύπαρξη των όντων: «και οι δυο περιλαμβάνουν την αναγκαία συνθήκη για να υπάρξουν όλα τα όντα που επιδέχονται περιγραφή. Όλα τα όντα, αλλά και τα ΄γεγονότα’, δηλαδή τα δημιουργήματα, που υπόκεινται σε περιγραφική οριοθέτηση, χρειάζονται τον χώρο και τον χρόνο ως απόλυτους όρους για την ύπαρξη και την περιγραφή τους»1.

Εικ.: Σχηματική παράσταση της καμπύλωσης του χωροχρόνου από την ύλη

Πολλούς αιώνες αργότερα (στον 20ον αιώνα) η ανθρώπινη επιστήμη με την Θεωρία της Σχετικότητας (ΘΣ) του Einstein, χρησιμοποιώντας μεθοδολογία και εργαλεία των φυσικών επιστημών, αποδεικνύει με επιστημονικά επιχειρήματα ότι πράγματι ο χώρος και χρόνος αποτελούν μία ολότητα, σε αντίθεση με τις μέχρι τότε δοξασίες, και εισάγει την έννοια του λεγόμενου χωροχρονικού συνεχούς. Μέσα στο χωροχρονικό συνεχές μπορεί να συμβαίνουν πολλά και παράδοξα φαινόμενα, τα οποία δεν συνάδουν με την λογική πού βασίζεται σε εμπειρίες από τον αισθητο κόσμο, ήτοι την ανθρώπινη κοινή λογική. Η ΘΣ του Einstein είτε ως Ειδική ΘΣ,είτε ως Γενική ΘΣ, έχει περάσει από την αξιολόγηση χιλιάδων επιστημόνων παγκοσμίως  εδώ και περισ­σότερα από 100 χρόνια, και σήμερα είναι αποδεκτή από όλους.   Προφανώς, ο σκοπός του Einstein και των άλλων επιστημόνων δεν ήταν να επιβεβαιώσουν τον Άγιο Μάξιμο (τον οποίον μάλλον αγνοούσαν). Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή τα συμπεράσματά του για την δομή του κτιστού κόσμου επιβεβαιώνονται στην εποχή μας και από την ‘απέναντι όχθη’, ήτοι από την ανθρώπινη επιστήμη που είναι εκ θεμελίων αγνωστική, και γενικά από τον επι­στημονικό χώρο στον οποίον υπάρχουν αρκετοί αγνωστικιστές και άθεοι.

Χώρος και χρόνος: Μία αδιαχώριστη ολότητα στον τετραδιάστατο φυσικό χώρο.

Επειδή τόσο θεολογικά όσο και επιστημονικά ο χρόνος αποτελεί μία ολότητα με τον χώ­ρο, δεν ταυτίζεται με τον χρόνο που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος στις διάφορες δραστηριότητές του. Ο κτιστός χρόνος που μετρούν τα ρολόγια μας και τα ημερολόγιά μας είναι ανεξάρτητος από τον τρισδιάστατο ευκλείδειο χώρο (ήτοι, μήκος, πλάτος, ύψος). Η αντίληψη αυτή υπα­γορεύεται από τις ανθρώπινες αισθήσεις και τις εμπειρίες μας από την καθημερινή ζωή, αλλά είναι βασικά λανθασμένη και αντίκειται στο χωροχρονικό συνεχές. Επίσης, η διδασκαλία των Θετικών Επιστημών, κυρίως στη Μέση Εκπαίδευση, προϋποθέτει και βασίζεται στο ότι ο χώρος και ο χρόνος είναι διαχωρίσιμα μεγέθη, με αποτέλεσμα να αιωρείται μία εσφαλμένη γενική αντίληψη στο ευρύ κοινό.

Για να αντιληφθούμε το μέγεθος των εσφαλμένων αντιλήψεων που προκύπτουν από τον διαχωρισμό των συστατικών του χωροχρονικού συνεχούς, και για διδακτικούς λόγους, μπο­ρούμε να αναφερθούμε μεταφορικά στα συστατικά του δυναμίτη (τρινιτρογλυκερίνη), που αποτελείται από γλυκερίνη (καλλυντικό) και νιτρικά (πού χρησιμοποιούνται στα λιπάσματα), ή του βρώσιμου άλατος που αποτελείται από χλώριο (πολεμικό αέριο) και νάτριο (έντονα καυστικό). Όπως τα επιμέρους συστατικά τους είναι τελείως διαφορετικά από την ολότητα ‘δυναμίτης’ ή  ‘άλας’ αντίστοιχα, έτσι και ο χρόνος και ο χώρος πού διαχωρίζουμε αυθαίρετα (υπακούοντας στις αισθήσεις του περασμένου ανθρώπου), είναι διαφορετικά από τα αντί­στοιχα μεγέθη μέσα στην ολότητά του χωροχρονικού συνεχούς. Την ύπαρξη αυτής της ολό­τητας, την οποία αντιλήφθηκε πρώτος ο άγιος Μάξιμος, μόνο ο Θεός μπορεί να γνωρίζει πώς είναι και πως λειτουργεί επακριβώς.

Ενώ για την λογική του αισθητού κόσμου ο χρόνος είναι απλά και μόνο μία γραμμική παράμετρος που μας χρησιμεύει στη κατηγοριοποίηση και ταξινόμηση διαφόρων γεγονότων, στην ΘΣ συμμετέχει στο γίγνεσθαι. Η ΘΣ δεν αναφέρεται πλέον στον ευκλείδειο χώρο αλλά σε τετραδιάστατο χωρόχρονο. Αλλά η βιολογία και φυσιολογία του πεπερα­σμέ­νου ανθρώπου επιβάλλουν στις αισθήσεις μας να θεωρούν ότι ο φυσικός χώρος είναι τρισδι­άστατος. Αυτό σημαίνει ότι αντιλαμβανόμαστε μόνον μία προβολή του τετραδιάστατου(2) σύμπαντος στον τρισδιάστατο ευκλείδειο χώρο των αισθήσεών μας. Κατά συνέπεια, εμείς ως πεπερασμένα όντα αντιλαμβανόμαστε μόνο μία σκιά(3) της φυσικής τετραδιάστατης πραγματικότητας, την οποία μόνον εκείνος που είναι υπεράνω του κτιστού χρόνου (δηλ. είναι αθάνατος) και του χώρου και της ύλης (ήτοι ο Θεός) μπορεί να γνωρίζει, και πως λειτουργεί επα­κριβώς. Αυτό που εμείς μπορούμε να αντιληφθούμε είναι μόνο την ύπαρξη της τέταρτης διάστασης, η οποία, όμως, δεν ταυτίζεται με τον χρόνο των ρολογιών μας. Αυτή η διάσταση συνεπάγεται την ύπαρξη  επι­πλέον βαθμών ελευθερίας μέσα στο κτιστό κόσμο (πέραν των τριών διαστάσεων), προσδίδοντας περισ­σότερες δυνατότητες δημιουργίας(4) στον Δημιουργό. Είναι ένα μέσον για αυξημένη καινοτομία, που του επιτρέπει να δημιουργήσει την μεγαλειώδη πολυποικιλότητα της φύσε­ως.

——————————————————————————————————————————–

 (1) PG 91,1180Β4 – C, μετάφρ. Π. Μάξιμος Λαυριώτης, Ηλίας Πετρόπουλος, Εκδόσεις Αρμός  2018 (σελ.72, 73).

(2)Η πλέον σύγχρονη Θεωρία των ‘χορδών’ και ‘υπερχορδών’ δείχνει ότι υπάρχουν ακόμη 6 ή 7 επιπλέον διαστάσεις. Επειδή, όμως, δεν έχει γίνει ακόμα η πειραματική επιβεβαίωσή τους, δεν θα αναφερθούμε σε αυτές.

(3) Για να κατανοήσουμε το ποσό εσφαλμένη πληροφόρηση έχουμε αφαιρώντας αυθαίρετα μία διάσταση, αρκεί να συγκρίνουμε τους τρι- και δυ- διαστάτους χώρους, με τους οποίους όλοι είμαστε εξοικειωμένοι: Η προβολή ενός τρισδιάστατου αντι­κειμένου σε δισδιάστατο χώρο (δηλαδή σε μία επίπεδη επιφάνεια) είναι η σκιά του.

        (4) Για να κατανοήσουμε αυτό, μπορούμε να συγκρίνουμε τον γνωστό μας δισδιάστατο (επίπεδο) και τρισδιάστατο χώρο: Όπως εμείς στον τρισδιάστατο χώρο έχουμε περισσότερες δυνατότητες δημιουργίας από ότι στον δισδιάστατο, έτσι και ο Θεός δημιουργώντας  μέσα σε πολυδιάστατους χώρους (4 ή 11(2) διαστάσεων), έχει πολύ πιο αυξημένες δυνατότητες δημιουργίας και καινοτομίας.

Η ύλη  και  η ολότητα χώρου  και  χρόνου  

Πώς σχετίζεται η ορατή ύλη με τον αόρατο στους οφθαλμούς μας χωροχρονικό συνεχές; Το θέμα αυτό ερευνήθηκε από τον Einstein με τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας (ΓΘΣ) στην οποία εξετάζεται η φύση της βαρύτητας, που είναι μία θεμελιώδης ιδιότητα της ύλης. Συμπεραίνει ότι κάθε μορφή υλο-ενέργειας (υπεν­θυμίζουμε ότι η ύλη και η ενέργεια είναι ισοδύναμες κατά την Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας) καμπυλώνει τον χωρο­χρόνο. Ο τετραδιάστατος χωροχρόνος δεν είναι ο ίδιος σε όλο το σύμπαν, αλλά μεταβάλλεται (καμπυλώνεται) από την παρουσία της ύλης. Στην ΓΘΣ τα βαρυτικά πεδία του Νεύτωνα (για τα οποία παλαιότερα υπέθεταν ότι διαδίδονται ακαριαία μέσα σε όλο το σύμπαν) δεν ισχύ­ουν, και υποκαθίστανται από τα βαρυτικά κύματα, που διαδίδονται με ταχύτητα η οποία είναι μεν πολύ μεγάλη (η ταχύτητα του φωτός), αλλά όμως, είναι περασμένη. Κάθε τοπική μετα­βολή στην πυκνότητα της υλο-ενέργειας σε μία περιοχή του σύμπαντος  διαδίδεται ως κύμα παντού με τα βαρυτικά κύματα. Γενικά, η ύλη υπαγορεύει στον χωροχρόνο πώς να καμπυ­λώ­νεται, και ο χωροχρόνος υπαγορεύει στην ύλη πώς να κινείται.

Εκτός από τις επιστημονικές αποδείξεις που παρέχει η ΘΣ για την ορθότητα της ολότητας του χώρου και του χρόνου του Αγίου Μάξιμου, άλλοι τομείς της Φυσικής συνηγορούν επί­σης σε αυτό. Η Κβαντική Θεωρία Πεδίου και η Κοσμολογία (που περιλαμβάνει τη Μεγάλη Έκρηξη – Big Bang) μας διδάσκουν ότι ο χώρος, ο χρόνος και η ύλη αναδύθηκαν ταυτόχρονα μέσα από κβαντικό κενό στο οποίο δεν υπήρχε ούτε ένα πρωτόνιο ή νετρόνιο ή οι φυσικές δυνάμεις (το οποίο, εξ άλλου, συνάδει απόλυτα με το γεγονός ότι ο Θεός «…εκ του μη-όντος εις το είναι παραγών τα σύμπαντα» και  «… εκ του μη όντος εις το είναι πλάσας με …»). Κατά συνέπεια, η προέλευση του χώρου και του χρόνου είναι κοινή,  γεγο­νός που συνάδει με την ολότητά τους. Εδώ πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι αυτή η ολιστική αντίληψη ενυπάρχει στον φυσικό κόσμο εδώ και 14 δισεκατομμύρια χρόνια περίπου (από την εποχή της  Μεγάλης Εκρήξεως μέχρι και σήμερα) και διέπει όλο το γιγαντιαίο σε μέγε­θος και πολυπλοκότητα σύμπαν.

Όλα τα προαναφερθέντα συνηγορούν στην ύπαρξη ενός (και μόνον ενός) ιθύνοντος νοός του οποίου η ολιστική αντίληψη δεσπόζει του σύμπαντος από το πρώτο δευτερόλεπτο της Δημιουργίας, και για τον οποίον τα πάντα, ήτοι η ύλη (στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα υλικά σωματίδια με μάζα, αλλά και οι μη-ορατές φυσικές δυνάμεις όπως π.χ. η βαρύτητα κ.α.), ο χρόνος και ο χώρος αποτελούν μία μεγα­λειώδη ολότητα.

Αν και η ανωτέρω ολιστική αντίληψη διέπει καθετί που υπάρχει στο σύμπαν (συμπεριλαμβανομένων, προφανώς, και των ανθρώπων), είναι όμως δυσπρόσιτη από την λογική του αισθητού κόσμου του περασμένου ανθρώπου. Σε επόμενο τεύχος θα δούμε τα παράδοξα (ή ‘παράλογα’, για την λογική μας) φαινόμενα, τα οποία προέρ­χονται από την ύπαρξη της χωροχρονικής ολότητας, καθώς επίσης και τις συνέπειες που έ­χουν για τον τρόπο με τον οποίον εμείς αντιλαμβανόμαστε τον φυσικό κόσμο, ήτοι τις ψευ­δαισθήσεις που μπορεί να μας οδηγήσει ο αισθητός μας κόσμος!

Τα παράδοξα που προκύπτουν από την ολότητα χώρου και χρόνου

Ενώ ο χώρος και ο χρόνος αποτελούν μία ολότητά από την αρχή της Δημιουργίας, η λο­γική του αισθητού κόσμου μας επιβάλλει να τα αντιλαμβανόμαστε ως διακριτά και διαχω­ριζόμενα μεγέθη. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, ο χώρος είναι ευκλείδειος, ήτοι τρισδιά­στατος – έχει μήκος, πλάτος, ύψος-  και ο χρόνος είναι ένα μέγεθος που εξελίσσεται γραμμικά, μεταβαλλόμενος με σταθερές ποσότητες (τις οποίες μετρούν τα ρολόγια και τα ημερολόγια μας). Ο χρόνος, όπως τον αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας, ρέει σταθερά σε οποιοδήποτε σημείο της υφηλίου σταθούμε. Επίσης, δεν επηρεάζεται ούτε από τη βαρύτητα ούτε την ταχύτητα. Δεν μπορεί ούτε να διασταλεί ούτε να συσταλεί. Αλλά όμως, οι εξισώσεις της Ειδικής Θεωρίας Σχετικότητας δείχνουν ότι μέσα στο τετραδιάστατο χωροχρονικό συνεχές μπορεί η ταχύτητα να επηρεάζει την ροή του χρόνου και το μήκος των υλικών αντικείμενων. Παραδείγματος χάριν, με την αύξηση της ταχύτητας μπο­ρεί να έχουμε διαστολή του χρόνου και συστολή του μήκους.

 Διαστολή του χρόνου

Επειδή η διαστολή του χρόνου δεν συνάδει με τη λογική του αισθητού κόσμου, πού βασίζεται στις καθημερινές εμπειρίες μας, ο Einstein για να εξηγήσει τη θεωρία του στο ευρύ κοινό, έδωσε το γνωστό νοητικό παράδειγμα των δύο ‘διδύμων αδελφών’: Έστω ότι με τη γέννηση δύο διδύμων αδελφών, ο ένας επιβιβάζεται σε διαστημόπλοιο που μπορεί να επιταχύνεται σε μεγάλες ταχύτητες, και περιφέρεται στο διάστημα για πολλά χρόνια. Όταν επιστρέψει, θα είναι βιολογικά νεότερος από εκείνον παρέμεινε στη γη, λόγω της διαστολής του χρόνου (ο χρόνος κυλάει πιο αργά για τον ταχύτερο).

Περεταίρω, η Γενική Θεωρίας Σχετικότητας αποδεικνύει ένα άλλο παράδοξο: Η βαρύτητα επηρεάζει τόν χρόνο: Αύξη­ση ή ελάττωση της βαρύτητας μπορεί να προκαλέσει διαστολή ή συστολή του χρόνου, αντί­στοιχα !    Ο χρόνος ρέει πιο αργά, δηλαδή διαστέλλεται, για έναν παρατηρητή, όταν η δύναμη της βαρύ­τητας που δέχεται είναι μεγαλύτερη, π.χ. όταν βρίσκεται στο ισόγειο ενός ουρανοξύστη, σε σχέση με ένα άλλο άτομο που βρίσκεται στην κορυφή. Αν και αυτή η διαφορά είναι πολύ μικρή, και δεν μπορεί να γίνει αισθητή από τις ανθρώπινες αισθήσεις, είναι όμως υπαρκτή. Επίσης, εάν πλησιάζαμε μία μελανή οπή (η οποία παρουσιάζει τεράστιες βαρυτικές δυνά­μεις), ο χρόνος θα διαστελλόταν όλο και περισσότερο και θα έτεινε να σταματήσει στα ‘όρια’ της οπής. .

Η θεωρία Σχετικότητας, της οποίας η ορθότητά έχει επιβεβαιωθεί πειραματικά, δεν είναι σε αντίθεση με τις γραφές.  Σαφέστατα υπογραμμίζει την σχετικότητα του χρόνου ο απόστολος Πέτρος «…Ἓν δὲ τοῦτο μὴ λανθανέτω ὑμᾶς, ἀγαπητοί, ὅτι μία ἡμέρα παρὰ Κυρίῳ ὡς χίλια ἔτη, καὶ χίλια ἔτη ὡς ἡμέρα μία…» (Β’ Πέ 3,8). Επίσης, βασιζόμενοι στον λόγο του αποστόλου Παύλου, ότι ο Θεός προεγνώριζε ανθρώπους (βλ. Ρω 8,29(5)), μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο Θεός μας γνώριζε (ως ‘λόγους των όντων’) πριν ακόμα τη  Μεγάλη Δημιουργία, και κατά συνέπεια το κατ’ ανθρώπους ‘παρελθόν’ και ‘παρόν’ είναι ενιαίο για τον Θεό, δηλαδή είναι άχρονος (αθάνατος). Με τη γλώσσα της επιστήμης, και λαμβάνοντας υπόψιν ότι ο Θεός είναι “πανταχού παρών και τα πάντα πληρών”, ήτοι είναι άπειρος, η διαστολή του χρόνου μπορεί να είναι άπειρη, δηλαδή ο κτιστός χρόνος δεν ρέει για τον Θεόν.

———————————————————————————————————————————

(5)   Ρω 8,29 «…οὓς προέγνω, καὶ προώρισε συμμόρφους τῆς εἰκόνος τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ…»

Συστολή του μήκους

Όσον αφορά τη συστολή του μήκους, εάν πλησιάζαμε ένα μακρινό αστερισμό με ταχύτητα αυξανόμενη προς την ταχύτητα του φωτός (λόγω των τεράστιων αστρονομικών αποστάσεων), ο αστερισμός θα μίκραινε για εμάς (ως να απομακρυνόταν). Κατά συνέπεια, η αντίληψή μας για τον αστερισμό θα ήταν εσφαλμένη, και στην πράξη δεν θα μπορούσαμε να φτάσουμε ποτέ σε αυτόν τον αστερισμό (ανεξάρτητα της επιταχύνσεως μας).

Διαστολή του χώρου του σύμπαντος

Έχει επιβεβαιωθεί πειραματικά ότι το σύμπαν διαστέλλεται. Αυτή η διαστολή περιγράφεται με την παγκόσμια κοσμολογική σταθερά (Λ) του Einstein. Στα τέλη του 20ου αιώνα βρέθηκε ότι η διαστολή είναι επιταχυνόμενη. Το σύμπιαν είναι πληθωριστικό (όπως εξάλλου ήταν τις πρώτες περιόδους μετά την Μεγάλη Έκρηξη), και αυτό οδήγησε τους επιστήμονες σε ακόμα μεγαλύτερα παράδοξα, τα οποία δεν συνάδουν με τη λογική του αισθητού κόσμου: Υπάρχει στο σύμπαν ένα είδος ενέργειας που είναι τόσο μυστηριώδης που οι ειδικοί το ονόμασαν ‘Σκοτεινή Ενέργεια’. Επιπλέον, το ακόμα πιο παράδοξο είναι ότι αυτή η ενέργεια αποτελεί  την μεγάλη πλειοψηφία (~73%) της συνολικής υλοενέργειας του σύμπαντος, ενώ η γνωστή μας υλοενέργεια (που περιλαμβάνει την Γη και όλα αστρικά σώματα όλων των υπαρχόντων γαλαξιών) είναι μόλις το ~4% (ή ~5%) του σύμπαντος !

Ως είναι αναμενόμενο, τα προαναφερθέντα παράδοξα δεν αναφέρονται μέσα στις γραφές όχι μόνον επειδή ο σκοπός τους είναι θεολογικός, ήτοι να αποκαλύψουν και να γνωρίζουν τον Θεό στους ανθρώπους, αλλά επίσης επειδή (σύμφωνα με τον Μέγα  Βασίλειο) « …(ο Θεός) πολλά αποσιώπησε …για να προκαλέσει και να γυμνάσει το νου μας να ψάξει να τα βρεί, αρχίζοντας από λιγοστές αφορμές (λιγοστά στοιχεία)» (6).

H αναθεώρηση επιστημονικών δοξασιών

Με την Θεωρία Σχετικότητας διαπιστώθηκε ότι ο διαχωρισμός του χρόνου και του χώρου, τον οποίον προϋποθέτει η Μηχανική του Νεύτωνα, είναι εσφαλμένος. Εξάλλου, η Μηχανική αυτή απο­δείχθηκε ανεπαρκής για τα μόρια και τα άτομα, και αντικαταστάθηκε στον 20ον αιώνα από την Κβαντική Μηχανική, η οποία έχει άλλου είδους παράδοξα και ‘παράλογα’. Επίσης, η γεωμετρία του Ευκλείδη δεν αρκεί, και αντικαταστάθηκε από πολυδιάστατη γεωμετρία (Rie­mann), είτε από την γεωμετρία Minkowski (ή Poincaré-Minkowski), που είναι μία ψευδο-ευκλείδεια γεωμετρία κατάλληλη για τον τετραδιάστατο φυσικό χώρο της Γης μας. Ο Ευκλείδης και ο Νεύτωνας εκφράστηκαν χρησιμοποιώντας την λογική που βασίζεται σε εμπειρίες από τον αισθητό κόσμο, τις οποίες μπορεί να έχει ο καθένας μας. Γενικά, η αναθεώρηση πολλών επιστημονικών δοξασιών στον 20ον αιώνα δείχνει ότι μέσα στη φύση,  δηλαδή το εργα­στήριο του Θεού, ενυπάρχουν πολλά παράδοξα, τα οποία δεν συνάδουν με την λογική μας, και κατά συνέπεια θεωρούνται ‘παράλογα’ από εμάς.

—————————————————————————————————————————————

 (6) Μ. Βασιλείου,  Εις την Εξαήμερον  PG 29, 33 Β  «…πολλά απεσιώπησεν… τον ημέτερον νουν γυμνάζουσα προς εντρέχειαν, εξ ολίγων αφορμών παρεχομένη επιλογίζεσθαι τα λειπόμενα».

Οι ψευδαισθήσεις των αισθήσεών μας και η Σοφία του Θεού

Όπως είδαμε παραπάνω, ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής στην πολύ πλούσια θεολογία του διαπιστώνει, πλην των άλλων, ότι ο χώρος και ο χρόνος αποτελούν μία ολότητά. Αποκαλύπτοντας θεολογικά αυτή την ενότητα – η οποία δεν συνάδει με την λογική μας-, είναι σαν ο άγιος να μας προειδοποιεί ότι εμείς μπορεί να ζούμε με ψευδαισθήσεις, όταν βασιζόμαστε μόνον στη λογική του αισθητού κόσμου. Με την γλώσσα της επιστήμης (όπως είδα­με σε παραπάνω), οι ψευδαισθήσεις αυτές προέρχονται από το γεγονός ότι αντι­λαμβανόμαστε μόνο μία προβολή του τετραδιάστατου (είτε του ένδεκαδιάστατου) φυσικού χώρου στον τρισδιάστατο ευκλείδειο χώρο των αισθήσεων μας, δηλαδή αντιλαμβανόμαστε μόνο μία σκιά της φυσικής πραγματικότητας. Γενικά, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι στον 20ο αιώνα η επιστήμη συνομολογεί με τον Άγιο Μαξιμο ότι ο αισθητός κόσμος δεν είναι ακριβώς όπως τον αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας, και επιπλέον παρουσιάζει διδακτικά παραδείγματα για το τι πραγματικά συμβαίνει: Ζούμε με τις ψευδαισθήσεις του τρισδιάστατου ευκλείδειου χώρου, και του κτιστού χρόνου, θεωρουμένου σαν μια ανεξάρτητη και γραμμική παράμετρο που χρησιμοποιούμε για την ταξινόμηση των γεγονότων, όπως αυτά επιβάλλονται από την μηχανική του Νεύτωνα.

Για να αντιληφθούμε πόσο εύκολα μπορεί να παραπλανηθεί κάποιος από τη λογική του αισθητού κόσμου, αρκεί να αναλογιστούμε ότι πολλοί και μεγάλοι επιστήμονες, που έδρασαν από την αρχαία εποχή έως τον 20ο αιώνα, (συμπεριλαμβανομένων του Αριστοτέλη, του Νεύτωνα και των συγχρόνων τους) εξαπατήθηκαν από τις ανθρώπινες αισθήσεις, αφού θεω­ρούσαν τον χώρο και τον χρόνο ως διακριτά και διαχωριζόμενα μεγέθη. Κατά συνέπεια, δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι και εμείς σήμερα μπορεί να ζούμε με ψευδαι­σθήσεις για τον φυσικό κόσμο! Ακόμα και η κατανόηση του (πραγματικού) χρόνου μέσα στην χωροχρονική ολότητά είναι δυσπρόσιτη στις ανθρώπινες δυνατότητες, επειδή αυτές περιορίζονται από την ανθρώπινη βιολογία και φυσιολογία. Γενικά, η πεπερασμένη ανθρώ­πινη φύση μας υπαγορεύει να συμπεριφερόμαστε στη καθημερινή μας ζωή ως ο χώρος και ο χρόνος να ήταν διακριτά και ανεξάρτητα μεγέθη, ενώ τούτο στην ουσία είναι ψευδαίσθηση.

Το δράμα, όμως, του σύγχρονου ανθρώπου είναι ότι δεν παραδέχεται εύκολα ότι η λογική του αισθητού κόσμου μπορεί να τον οδηγεί σε ψευδαισθήσεις. Επίσης, είναι αξιοση­μείωτο ότι η διδασκαλία των Θετικών επιστημών (κυρίως στη Μέση Εκπαίδευση, αλλά και εν πολλοίς και στην Ανώτατη) βασίζεται στη Μηχανική του Νεύτωνα και την ευκλείδεια γεωμετρία, διότι είναι πλησιέστερες στη λογική του αισθητού κόσμου, πιο ‘πρακτικές’, και άρα πιο προσιτές σε διδασκόμενους και διδάσκοντες. Αν και από καθαρά διδακτικής-παιδαγωγικής απόψεως αυτός είναι ο σωστός τρόπος διδα­σκαλίας (αρχίζοντας από τα πιο απλά, και άρα, τα πιο ‘λογικά’), όμως συμβάλλει εν πολλοίς στο να διαδοθεί και να εδραιωθεί στο ευρύ κοινό η γενική αντίληψη ότι «πιστεύω μόνον ότι είναι λογικό σε εμένα», και έτσι να απορρίπτουμε καθετί που αντιβαίνει την λογική του αι­σθητού κόσμου. Επίσης συμβάλλει στο να παραμένουμε εγκλωβισμένοι στις ψευδαισθήσεις των αισθήσεών μας, τις οποίες επιβάλλει ο διαχωρισμός του χώρου και του χρόνου.

Παρόλο που στη θεολογία του Αγίου Μάξιμου η χωροχρονική ολότητά αναδύεται αυθόρ­μητα, αυτό δεν συμβαίνει με την ανθρώπινη λογική, η οποία χρειάζεται προχωρημένες φυ­σικές θεωρήσεις (π.χ. την Θεωρία Σχετικότητας). Εξ άλλου, η ανθρώπινη επιστήμη ασχο­λείται με το ‘πώς’ λειτουργεί ο φυσικός κόσμος, και ερευνά τη φυσική νομοτέλεια που υπάρ­χει, αλλά όμως, δεν μπορεί να απαντήσει στο ‘γιατί’. Για το συγκεκριμένο θέμα, ήτοι, γιατί υπάρχει αυτός ο παράδοξος (και ‘παράλογος’) τετραδιάστατος φυσικός χωροχρόνος, μπορεί να το αντιληφθεί κάποιος μελετώντας την πλούσια θεολογία του Αγίου Μάξιμου για την θέ­ση των όντων στη Θεία οικονομία.

Είναι γνωστό σε όλους μας  ότι υπάρχουν πάμπολλοι ήχοι, χρώματα κλπ πού δεν αντι­λαμβανόμαστε, καθώς επίσης ότι υπάρχει το πολύ μικρό (σε επίπεδο μορίων και πυρήνων α­τόμων) και το πολύ μεγάλο (μέσα στο αχανές σύμπαν), για τα οποία η ανθρώπινη φυσιολογία δεν μας επιτρέπει να έχουμε άμεση αντίληψη. Εκτός όμως από αυτά τα δυσπρόσιτα φαι­νόμενα και γεγονότα, η Θεωρία Σχετικότητας μας πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα, και μας υποδεικνύει ότι ακόμα και εκείνα τα μεσο-σκοπικά φαινόμενα και γεγονότα της καθημερινότητας, που νομίζουμε ότι τα αντιλαμβανόμαστε σωστά, δεν είναι παρά μόνον η σκιά (προ­βολή) της τετραδιάστατης (είτε της ένδεκαδιάστατης) φυσικής πραγματικότητας στον χώρο (τρισδιάστατο) των αισθήσεων μας. Αυτή την πραγματικότητα μπορεί να την γνωρίζει μόνον όποιος μπορεί να έχει μία εποπτική αντίληψη του χωροχρονικού συνεχούς, ήτοι να είναι υπεράνω του χρόνου (αθάνατος), του χώρου και της ύλης (άυλος). Ακριβέστερα, μόνον Εκείνος που είναι «ἀνέκφραστος, ἀπερινόητος, ἀό­ρα­τος, ἀκατάληπτος, ἀεὶ ὢν ὡσαύτως ὤν», και δημιούργησε το χώρο, τον χρόνο και την ύλη μέσα από κβαντικό κενό («ἐξ οὐκ ὄντων εἰς τὸ εἶναι τὰ πάντα παραγαγών»), δηλαδή ο Δημι­ουργός Θεός, μπορεί να έχει την ολιστική και πραγματική αντίληψη  για ότι υπάρχει και συμ­βαίνει γύρω μας. Διάφορα φαινόμενα και γεγονότα που λαμβάνουν χώρα, μπορεί είτε να μην τα αντιλαμβανόμαστε τελείως, είτε εάν κάτι πέφτει στην αντίληψή μας, να τα υποτιμούμε και να τα θεωρούμε δήθεν ‘τυχαία’. Γενικά, η λογική η οποία βασίζεται αποκλειστικά στις εμπειρίες μας από τον αισθητό κόσμο είναι ελλιπής, και μπορεί να μας οδηγήσει σε εσφαλμένες αντιλήψεις, είτε μερικές φορές ακόμα και σε αλαζονεία ότι γνωρίζουμε τα πάντα’.

(Πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Απολύτρωση», τεύχ. Αρ. Φύλ. 924)

πληροφορίες από pemptousia.gr

Pin It on Pinterest

Share This