Διήγημα: “Ο παλαβός” Της Μαρίας Ζάκκα

 

Ο παλαβός

 

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη·

η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι.

Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:

«Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει»

Διονύσιος Σολωμός

 

Πάλι αυτός με ξύπνησε σήμερα, τρεις μήνες έχει να με αφήσει να κοιμηθώ, και τόνε νόμιζα για σπλαχνικό. Ο Γιάννος μου. Ο φίλος κι αδερφός μου. Το χωριατόπαιδο που μοσκοβολούσε αγέρα βουνίσιο και κατσικίσιο γάλα. Μύγα δεν επείραξε ποτές του. Μυρμήγκι να ’βλεπε, του ’σταζε ζάχαρη να το ταΐσει. Το κακό να το βάλει με το νου του δεν του ’κοβε του Γιάννη του τυχερού. Του ‘κοβε μονάχα να μιλάει με στιχάκια. Σα να ’τανε θαρρώ η καρδιά του πιο έξυπνη απ’ το μυαλό του, πράμα διόλου δύσκολο. Σα να τον ακούω «Αχ, Νεραντζούλα φουντωτή/ Και μοσχομυρωδάτη/ Μου ‘βαλες πόνο στην καρδιά,/ Σου την χαρίζω, πάρτη». Λενιώ τη λέγανε τη νεραντζιά. «Λενιώ, Λενιώ, Λενάκι!/ Κι αν είσαι κόρη του παπά/ Μου άναψες μεράκι!».

«Πού πας μωρέ καημένε» τον επείραζαν στο καφενείο σαν ετοιμάστηκε ο Γιάννης μας να πάει να την ζητήσει. «Δεν την έχει για την αφεντιά σου την κόρη ο παπάς. Αυτή ξέρει και γράμματα, εσένα θα κοιτάξει;» Κι αλήθεια είναι, δεν τον εκοίταξε ποτέ. Χαμήλωνε τα μάτια της η Νεραντζούλα σαν ο Γιαννιός επρόφερε το όνομά της.

«Καλημέρα Λενιώ!» κι εκείνη κοίταζε των παπουτσιών τις μύτες κι όλα τα κεράσια στόλιζαν τα μάγουλά της με το χρώμα τους. Νεράντζια απ’ τη μια, κεράσια από την άλλη, όλες του κόσμου οι άνοιξες παλεύαν να συγκρατηθούν μέσα στα στήθια της. Κι όμως, όλα κι όλα, τα μάτια δεν τα σήκωσε ποτές από των παπουτσιών τις μύτες.

«Τι τους θες τους γάμους καψερέ» φώναζαν και γελούσαν οι συγχωριανοί! «Για κοίτα ρε ένα γαμπρό.»

Μα αυτές οι φασαριόζες οι άνοιξες τίποτες δεν τον αφήνανε να ακούσει, μήτε πειράγματα μήτε νουθεσίες.

Φόρεσε το καθαρό του πουκάμισο και το καφέ του παντελόνι. Έσφιξε και γερά γερά τη ζώνη του, δυο βόλτες την είχε φέρει μην του πέσει το παντελόνι και ρεζιλευτεί μισή μερίδα άνθρωπος, κι έφτασε στην Εκκλησιά.

«Την ευχή σου παπά μου χρυσέ! Ήρθα να ξομολογηθώ στην αγιοσύνη σου.»

«Τι θες βρε Γιάννη,» του λέει γελώντας ο παπάς, μέχρι που με την άκρη του ματιού του έπιασε τη Λενιώ να κρυφοκοιτάζει από το παραπόρτι και του κόπηκε το γέλιο. Ο Γιάννος μας κορδώνεται, τεντώνεται κι αρχίζει την απαγγελία. «Την κόρη σου την αγαπώ και θέλω να την πάρω/ Εσύ θα είσαι ο παπάς κι εγώ θα βρω κουμπάρο!».

«Ντάξει Γιάννω μου, ξεμολογήθηκες; Άι σύρε τώρα στο καλό!»

«Τι μ’ αποπαίρνεις Δέσποτα; Κι αυτή μ’ αγαπά, το ξέρω!»

«Το ξέρεις;» Άστραψε το μάτι του παπά.

«Και πού το ξέρει μωρή Λενιώ αυτός ότι τον αγαπάς; Σήκωσες τα μάτια σου μωρή; Θα σε τσακίσω! Απ’ το καμπαναριό θα σε κρεμάσω!»

Ε, ρε τι έγινε! Βγάζει τη ζωστήρα από το παντελόνι του, τρέχει, την αρπάζει, πιάνει την ψαλίδα, της κόβει τα κοτσίδια, τα πετάει στην αυλή. Τι ήταν αυτό Χριστέ μου! Έπιασε ο Γιάννης τα μαλλιά κι άρχισε να κλαίει και να τα καταφιλεί. «Τα μαλλάκια σου Λενιώ μου, τα μαλλάκια σου!»

Του καημένου, εσάλεψε ο νους του. Ήταν που ήταν λιγοστός, ήταν και νους παραπονιάρης, πέρασε το σχοινί της καμπάνας για κοτσίδα της Λενιώς. Ανέβηκε στο καμπαναριό κι απήγγειλε σπαράζοντας για τελευταία του φορά. «Στάχυα χρυσά κι ολόχρυσα Λενιώ μου τα μαλλιά σου/ και δε μ’ αφήνει ο παπάς να βρω την αγκαλιά σου./ Μα εγώ είμαι έξυπνο πουλί και θα του τήνε φέρω./ Απ’ τα μαλλιά σου θα πιαστώ για να τα καταφέρω». Κι έκανε ο Γιάννος την ηρωική του έξοδο από έναν κόσμο δίχως άνοιξες.

Ο παπάς δεν άντεξε το κρίμα. Δίκασε τον εαυτό του για φονιά. Παρέδωσε το πετραχήλι του στο Δεσπότη κι έψαξε να βρει τόπο μετανοίας σαν απλός καλόγηρος. Με χέρια ματωμένα δεν το βαστούσε να κρατά το Σώμα και το Αίμα του Χριστού του.

Ο Γιάννης μας ετάφη έξω του νεκροταφείου και η Λενιώ που προσδοκούσε ανάσταση νεκρών δεν άντεχε να φανταστεί έναν Παράδεισο χωρίς εκείνον. Κλείστηκε στο μοναστήρι της Αγια-Παρασκευούλας και πέρασε το λοιπό του βίου της παρακαλώντας το Χριστό της να έχει μια γωνιά του Παραδείσου και για τα τρελούτσικα.

Εμάτωναν τα γόνατα μπρος στον Εσταυρωμένο. Με δάκρυα Του έπλενε τα πόδια. Με τους βοστρύχους που έγιναν θυσία στην Αγάπη Του τα σκούπιζε. Κι ένα παρακαλούσε ολημερίς κι ολονυκτίς: «Ας αφεθούνε Κύριε και αυτού αι αμαρτίαι, ότι ηγάπησε πολύ ο παλαβός!»

 

*Κείμενο εμπνευσμένο από το ποίημα του Παύλου Νιρβάνα « Ήταν μια φορά ένας Γιάννης…»

 

*Η Μαρία Ζάκκα είναι απόφοιτος του τμήματος Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας και μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο τμήμα Δημιουργικής Γραφής και Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Εργάζεται στο χώρο της υγείας, χαίρεται να βοηθά τους ασθενείς να γελούν και να ελπίζουν και είναι κατηχήτρια από το 2009.

επιμέλεια Ελένη Σοφού

fractalart.gr

Pin It on Pinterest

Share This