Λουκία Πλυτά
ΛΕΒΑΝΤΕΣ Όταν γυρίσαμε, το φώς ήταν έτοιμο ν’ αναπαυθεί. Κανείς δεν μας ανέμενε. Κανείς δε καταύγασε το σπίτι. Έπειτα μάθαμε πως δε θα’ ρθουν. Αναστενάξαμε με ευχαρίστηση. Βγήκαμε στη βεράντα. Οι λεβάντες χάιδεψαν τα κουρασμένα μας κορμιά άλειψαν με κόκκους μωβ διαύγειας τις κλειδώσεις μας. Κι έπειτα κούρνιασαν κι αυτές ανάλαφρα στα στήθη μας, κλείνοντας …









