Ο Δράκος της Πανσελήνου
Διήγημα*
της Αγγελικής Μπούλιαρη**
Προτίμησα να φύγω, γιατί η διαφωνία δεν οδηγούσε πουθενά, αφού όπως πάντα διαφωνούσαμε ακόμα και για την αιτία της διαφωνίας. Το σπουδαίο θέμα που είχε προκύψει ονομαζόταν ‘καναπές’, αλλά δεν μπορούσαμε να συμφωνήσουμε αν χρειαζόμαστε καινούργιο καναπέ για το επίσημο σαλόνι ή για το πρόχειρο καθιστικό, και επομένως ούτε για το χρώμα, ούτε για το ύφασμα. Εγώ ψήφιζα καθιστικό, εκείνος σαλόνι. Εγώ απλά είχα διαφορετική άποψη, εκείνος πίστευε ακράδαντα ότι διαφωνούσα επίτηδες για να του πάω κόντρα.
«Πού πας;» με ρώτησε τη στιγμή που έπαιρνα τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου.
«Μου τέλειωσε το μελάνι», είπα ψέματα. Έτσι κι αλλιώς, δεν είχε ιδέα από μελάνια και χαρτιά και υπολογιστές, ούτε ενδιαφερόταν αν έγραφα και τι έγραφα.
«Τώρα;» με ειρωνεύτηκε. «Έχουν κλείσει. Δεν θα προλάβεις!» είπε, τονίζοντας το ‘δεν’ με σιγουριά που έκρυβε μέσα της ικανοποίηση. Για μια ακόμα φορά έφερνε την καταστροφή. Για μια ακόμα φορά με επέπληττε έμμεσα που δεν προγραμμάτιζα σωστά τις δουλειές μου.
«Δεν κλείνουν ποτέ πριν τις εννιά στην πόλη μας», απάντησα κι εγώ, όσο πιο ήρεμα μπορούσα, αλλά επίσης τονίζοντας το ‘δεν’, και βγήκα.
Κατεβαίνοντας τις σκάλες, κοίταξα αντίκρυ μου το ολόγιομο φεγγάρι που φώτιζε τη νύχτα γύρω μου. Ίσως έφταιγε αυτό για την ανατροπή της, όπως και να ’χε ευαίσθητης, νευρικής ισορροπίας των δυο μας ως ζευγαριού, και μετά από μια σύντομη εκεχειρία, φαίνεται πως άρχιζε ξανά η εμπόλεμη περίοδος. Μπήκα στο αμάξι κι έβαλα μπρος.
Στη διασταύρωση, μπροστά στο ΣΤΟΠ, έμεινα σταματημένη για περισσότερο χρόνο απ’ όσο χρειαζόταν για να ελέγξω το δρόμο, κι έπειτα, αντί να στρίψω αριστερά προς την πόλη, χωρίς να το καταλάβω, απλά τράβηξα δεξιά προς το βουνό. Σταμάτησα στους πρόποδες, στην είσοδο του δάσους, σ’ ένα μικρό ξέφωτο.
Καλά ήταν μέχρι εκεί, ας μην πήγαινα παραπέρα. Ήμουν ήδη αρκετά μακριά από το σπίτι μου, ώστε να παίρνω βαθιές ανάσες
ελευθερίας, αλλά και αρκετά μακριά από την κατοικημένη περιοχή, ώστε να αισθάνομαι τουλάχιστον άβολα, αν προχωρούσα κι άλλο.
Έβαλα το ραδιόφωνο σε χαμηλή ένταση και προσπάθησα να ενισχύσω το αμυντικό μου σύστημα με θετικές σκέψεις, όπως για παράδειγμα, ‘είμαι ελεύθερη να κάνω αυτό ή το άλλο, απλά επιλέγω να μην το κάνω, γιατί κρίνω ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή’.
Άκουγα τον Λούις Άρμστρονγκ να αναρωτιέται ‘τι λάθος έκανε για να είναι μαύρος και να έχει τις μαύρες του’, και σκεφτόμουν πως μάλλον εγώ θα έπρεπε να αρχίσω να αναρωτιέμαι τι έκανα μες στη μαύρη νύχτα, όταν ξαφνικά διέκρινα ένα φως, σαν πυροφάνι, να έρχεται προς το μέρος μου. Πάτησα το κουμπί για τις ασφάλειες, χαμήλωσα κι άλλο τον ήχο του ραδιοφώνου και περίμενα.
Καθώς το φως πλησίαζε αργά, κατάλαβα ότι ήταν μέρος ενός παράξενου σε σχήμα συνόλου, που στραφτάλιζε μες στο σκοτάδι, με τις ποικίλες, ζωηρόχρωμες λάμψεις της φωτιάς.
«Εξωγήινοι!» μουρμούρισα. «Ενδιαφέρον! Θα ήταν μια κάποια λύση».
Όμως ήταν μονάχα ένας κοντός, παχουλούτσικος, μικρός δράκος, με φολιδωτή πολύχρωμη ράχη και μακριά ουρά, που ξέρναγε φωτιές μπροστά στο καπό μου. Του έκανα νοήματα να πάει πιο κει, γιατί δεν είχα καμιά όρεξη να γίνω πυροτέχνημα, κι αυτός ήρθε τότε πλάι στο τζάμι μου και με κοιτούσε με μάτια μεγάλα και ικετευτικά.
Μάλλον θα ήταν ένας από τους σύγχρονους δράκους της Αγγελικής Βαρελά, της συγγραφέα παιδικών βιβλίων, που είχαν μείνει άνεργοι τον τελευταίο καιρό και ζητούσαν δουλειά σ’ ένα οποιοδήποτε βιβλίο.
«Αλλά εγώ, καλέ μου», του είπα σιγανά, κουνώντας το κεφάλι, «όχι μόνο δεν είμαι συγγραφέας παιδικών βιβλίων, αλλά ούτε καν συγγραφέας. Μια απλή υποψήφια είμαι».
Εκείνος επέμενε μια να με κοιτάζει, και μια να σκύβει και να ρίχνει τις φωτιές του προς τα κάτω και προς τα πίσω. Ακολούθησα με το βλέμμα τις κινήσεις του και κατάλαβα πως μου έδειχνε το πίσω αριστερό του πόδι. Φαινόταν χτυπημένο κι από την ουλή του έβγαινε ένα πορτοκαλί υγρό. Άνοιξα την πόρτα και κατέβηκα.
Έτσι γνώρισα το μικρό μου Δράκο.
Τον βοήθησα να μπει στο πορτ-μπαγκάζ και τον οδήγησα στο σπίτι. Εκεί τον έκρυψα στην αποθήκη, κάτω από το υπνοδωμάτιό μας. Με τη δικαιολογία ότι ήθελα να μαζέψω λεμόνια από τον κήπο, ξανακατέβηκα για να του πάω γάλα και να του βάλω γάζες στην πληγή. Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα, γιατί ο μικρός μου Δράκος ρουθούνιζε δυνατά, αλλά ευτυχώς ο άντρας μου ροχάλιζε δυνατότερα και τον κάλυπτε.
Στις μέρες που ακολούθησαν, κανείς δεν είχε ανακαλύψει το μυστικό. Βέβαια, λάβαινα όλες τις προφυλάξεις και κυρίως έδειχνα απίστευτη προθυμία και γρηγοράδα για οποιαδήποτε δουλειά είχε σχέση με τον κήπο, από το μάζεμα των καρπών και το πότισμα μέχρι το σκάλισμα και το ξεβοτάνισμα! Αφήστε, που ήμουν όλη την ώρα με τις κεραίες τεντωμένες και μόλις άκουγα τη μαγική λέξη ‘αποθήκη’, έτρεχα να αναλάβω τη σχετική εργασία, που, δυστυχώς για τη μέση και τα μάτια μου, αφορούσε συνήθως σε κάποιο βαρύ κιβώτιο, που έπρεπε να ανασυρθεί από έναν σκονισμένο σωρό! Τίποτα, όμως, δεν μου φαινόταν κουραστικό ή βρώμικο, επικίνδυνο ή ανεπιθύμητο, προκειμένου να προστατέψω το μικρό Δράκο και το μυστικό μας.
Όλοι έδειχναν φανερά ευχαριστημένοι μ’ αυτή μου την αλλαγή, που με είχε επιτέλους απομακρύνει από τον υπολογιστή και τη συγγραφή και με είχε φέρει πάλι εκεί όπου πάντα ανήκα: στην υπηρεσία της Αυτού Μεγαλειότητας της Οικογένειας! Ιδιαίτερα ο άντρας μου απολάμβανε τόσο την εφημερίδα του και τις αγαπημένες του αθλητικές εκπομπές στην τηλεόραση, όσο και τα χαιρέκακα σχόλια του είδους, «Άντε, να δεις κι εσύ τη γλύκα, να κάνεις κάτι κι εσύ γι’ αυτό το σπίτι, όλα εμείς θα τα κάνουμε;»
Τα παιδιά, βέβαια, είχαν προσέξει ότι τα χέρια μου ήταν γεμάτα κοψίματα και τα πουλόβερ μου όλο τρύπες, σαν καμένα από τσιγάρο, αλλά το απέδιδαν στην γνωστή αφηρημάδα μου. Είναι σ’ όλους γνωστό ότι ‘μαλώνω’ με τα αιχμηρά αντικείμενα και γι’ αυτό τα παιδιά μου, όταν βλέπουν να κόβω εγώ το κρέας σε κομμάτια, ή το ψωμί σε φέτες, τρέχουν αμέσως να φέρουν τις πρώτες βοήθειες, γάζες, ιώδιο και τεραμυκίνη, για κάθε ενδεχόμενο.
Όπως καταλαβαίνετε, στην αρχή, η επικοινωνία με τον μικρό Δράκο και η εξερεύνηση του ενός από τον άλλον ήταν δύσκολες κι έκρυβαν κινδύνους που δεν είχαμε φανταστεί. Για παράδειγμα, όποτε εγώ πήγαινα
να χαϊδέψω το Δράκο, κινώντας την παλάμη μου πάνω-κάτω στη ράχη του, οι φολίδες του μ’ έκοβαν σαν ξυράφι, και όποτε ήθελε αυτός να με φιλήσει, έβγαζε καυτές ανάσες που με τσουρούφλιζαν.
Επιθυμούσαμε, όμως, πολύ να γνωριστούμε κι έτσι μαθαίναμε γρήγορα. Εγώ άρχισα να τον χαϊδεύω απαλά προς την κατεύθυνση των φολίδων μόνο, κι εκείνος άρχισε να ελέγχει τις ανάσες του και να τυλίγει μες στο στόμα του ρολό τη μεγαλύτερη από τις δύο γλώσσες του, που έβγαζε τις πύρινες φλόγες προστασίας. Έτσι κι αλλιώς τού ήταν άχρηστη μαζί μου.
Οι καλύτερες ώρες μας ήταν οι πρωινές, όταν όλοι έλειπαν από το σπίτι κι ήμαστε ολομόναχοι στο κτήμα. Τότε κατέβαινα στην αποθήκη με μια μεγάλη λεκάνη γάλα, καθόμουν σ’ ένα παλιό σκαμνί και τον παρακολουθούσα ευχαριστημένη, καθώς έπινε λαίμαργα και πλατάγιζε τη γλώσσα του.
Στην αρχή του πήγαινα και μεζεδάκια από το δικό μας φαγητό, κανένα σουβλάκι, φτερούγες κοτόπουλου ή χοιρινή μπριτζόλα, αλλά δεν τα πλησίαζε καν, μόνο τα κοίταζε με αποστροφή, κι έτσι κατάλαβα ότι ήταν χορτοφάγος. Τότε άρχισα να του φέρνω χόρτα και λαχανικά, που φυσικά έτρωγε ωμά και με γλίτωνε από το μαγείρεμα. Μονάχα ο μανάβης μου με κοίταζε παραξενεμένος κάθε φορά που ψώνιζα. Μάλλον θ’ αναρωτιόταν, τι τις έκανα, καθημερινά, τόσο μεγάλες ποσότητες λαχανικών.
Ίσως, τελικά, κι εμείς θα ’πρεπε να τρώμε λιγότερο ή καθόλου κρέας, σκέφτηκα, καθώς τον παρακολουθούσα να κριτσανίζει απολαυστικά τα τρυφερά λαχανικά. Και για πρώτη φορά στο οικογενειακό δείπνο, έσπρωξα με μια μικρή αηδία το πιάτο με το κρέας κι έφαγα μόνο σαλάτα και τυριά.
Ένα πρωινό που είχα κατέβει στην αποθήκη για την καθιερωμένη μας συνάντηση, πρόσεξα ότι σταματούσε συχνά να πίνει το γάλα του και τέντωνε τα αυτιά του προς τη μεριά του σπιτιού, απ’ όπου ακούγονταν ηλεκτρονική μουσική μαζί με ήχους από κελάρυσμα ποταμών, κελάηδημα πουλιών και τιτιβίσματα, το φύσημα του αέρα και φωνές ζώων. Ήταν από ένα δίσκο που προσφερόταν μαζί μ’ ένα καινούριο περιοδικό για Αρμονία και Ισορροπία, και το είχα βάλει από περιέργεια να το ακούσω.
Μιας και ανακάλυψα ότι του άρεσε, το έφερνα εκεί τις επόμενες μέρες για να το ακούει, με το φόβο πάντα να μαζευτούν και άλλα φιλόμουσα ζωντανά στην πόρτα της αποθήκης, πράγμα που έγινε, αλλά είχε ως αποτέλεσμα να ξεπεράσω εγώ το φόβο μου προς τα λοιπά πλάσματα της φύσης.
Εκτός απ’ αυτό το Cd, έψαξα στα ντουλάπια μου και βρήκα πάμπολλα άλλα με ορχηστρική μουσική, ηλεκτρονική και κλασσική, που επίσης άρεσαν πολύ στον μυστικό μου φίλο. Κι εγώ η ίδια είχα ξεχάσει ότι κατείχα τόσους πολλούς δίσκους, εφόσον η δική μου μουσική είχε εξοριστεί από το σπίτι λόγω της ιδιορρυθμίας της, αλλά και της επικράτησης των μεγάλων δυνάμεων.
Με λίγα λόγια, ο άντρας μου απεχθάνεται τη μουσική –ναι, υπάρχουν και άνθρωποι που ζουν καλύτερα χωρίς μουσική– όσο για τα δυο παιδιά μου, το ένα ακούει μπουζουκοειδή και το άλλο χεβιμεταλλοειδή! Αυτά επιδίδονται σ’ έναν αγώνα δοκιμασίας της αντοχής τους, αυξάνουν δηλαδή την ένταση διαρκώς, ώσπου το ένα παραιτείται, κι έτσι για εκείνη την ημέρα ακούγεται η μουσική του άλλου, μέχρι να έρθει φυσικά ο μπαμπάς και να σφυρίξει σιωπητήριο, ευτυχώς γι’ αυτά, αργούτσικα!
Το βλέμμα του μικρού μου Δράκου εκείνες τις στιγμές της ακρόασης ήταν γεμάτο αφηρημένη νοσταλγία. Φαίνεται πως θυμόταν ο καημενούλης το περιβάλλον του, την πατρίδα του. Όμως, δεν μπορούσα να τον αφήσω. Το πόδι του δεν ήταν ακόμα τελείως καλά.
Για να τον παρηγορήσω, άρχισα να τον βγάζω έξω για μια βόλτα στο κτήμα, για να ξεμουδιάζει και να γυμνάζεται, ενώ ταυτόχρονα είχα το νου μου για κάποιον απρόσκλητο επισκέπτη ή αδιάκριτο μάτι. Μεγάλη τρυφερότητα με πλημμύριζε, καθώς έβλεπα τα διστακτικά μα και χαρούμενα πηδηματάκια του πάνω στο γρασίδι, τα παιχνίδια του με τους μόνιμους κατοίκους του κτήματος –γάτες, σκύλους, σαύρες, αλλά και πεταλούδες και πουλιά. Βέβαια, τον πρόσεχα, γιατί καμιά φορά ξεχνιόταν και του ξέφευγαν φλόγες, που τρόμαζαν τους καινούργιους του φίλους, και τους πρόσεχα κι αυτούς. Γενικά, είχα γίνει πολύ ευαίσθητη και προσεχτική με όλους και με όλα.
Κοντά στον μικρό μου Δράκο, άρχισα να αναπολώ τα πρώτα χρόνια των παιδιών μου, τα πρώτα γέλια, τα πρώτα βήματα, τις πρώτες λεξούλες. Και μετά ακόμα παραπίσω, ξαναγύριζα αργά, σταθερά κι επίμονα, στα δικά μου παιδικά χρόνια, τα παιχνίδια, τις φίλες, τα όνειρα, τους στόχους.
Τ’ απογεύματα κλεινόμουν στο γραφείο μου κι έψαχνα τα άλμπουμ με τις παιδικές μου φωτογραφίες κι αναρωτιόμουν τι είχε απογίνει εκείνο το ατίθασο κοριτσάκι, με τα σκανδαλιάρικα κοτσιδάκια, που πίστευε ότι η ζωή ήταν ένα μεγάλο, χρωματιστό στρώμα, που πάνω του αναπηδούσες ακούραστα κι αδιάκοπα, για να εκτιναχθείς όλο και πιο ψηλά, μέχρι ν’ ακουμπήσεις το ψηλό ταβάνι ενός φωτεινού δωματίου, ενώ κραυγές χαράς στροβιλίζονταν χορευτικά χαϊδεύοντας τους τοίχους.
Χτες το πρωί, ο Μικρός μου Δράκος ήταν ολότελα αρνητικός. Αρνήθηκε να πιει το γάλα του, έσπρωξε με το πόδι του τα λαχανικά του, έδιωξε τους φίλους του με τα μουγκρητά και τις φλόγες του. Απέφευγε το βλέμμα μου. Το δικό του το κρατούσε στυλωμένο κάπου μακριά στο κενό, στην κατεύθυνση του δάσους όπου τον είχα βρει.
Κοίταξα το πόδι του. Το έπιασα με προσοχή και το σήκωσα, για να το δω καλύτερα. Φαινόταν γιατρεμένο, όμως δεν θα ’ταν καλύτερα να έμενε λίγο ακόμα μαζί μου; Σαν να κατάλαβε τη σκέψη μου, τράβηξε το πόδι του και το χτύπησε ανυπόμονα στο χώμα πολλές φορές, σαν θυμωμένο πουλάρι.
Κατάλαβα.
Κλείστηκα στο γραφείο μου προβληματισμένη. Γυναίκα και Δράκος; Αλεπού και Μικρός Πρίγκιπας; Δεν πέτυχε. Δεν θα πετύχαινε ποτέ. Έπρεπε να τον αποχωριστώ.
Γύρισα στην αποθήκη. Πίεσα τον εαυτό μου να χαμογελάσει.
«Εντάξει, μικρέ μου φίλε! Θα γίνει όπως θες», τον καθησύχασα κι έφυγα αμέσως.
Έτσι κι έγινε, εκείνο το ίδιο βράδυ. Ευτυχώς είχε τσουχτερό κρύο και δυνατό αέρα, για να μπορέσω να δικαιολογήσω τα δάκρυά μου.
Αυτή είναι πια η ζωή, πρέπει να το παραδεχτώ, σκεφτόμουν, καθώς οδηγούσα αργά στο δρόμο της επιστροφής. Αποχωρισμοί και απώλειες.
Αλλά και μια σκυταλοδρομία από συναντήσεις και σμιξίματα, όπου ο καθένας παραδίδει στον επόμενο κι από ένα δώρο-μάθημα. Και μένα ο Μικρός μου Δράκος δεν με είχε αφήσει, έτσι, χωρίς να μου δώσει κάτι.
Κι είχα πολλά να κάνω τις επόμενες ημέρες.
Ο άντρας μου και οι δυο γιοι μου, ένα βουβό κι απορημένο τείχος, είχαν παραταχθεί μπροστά στην πόρτα της κεντρικής εισόδου. Τα μάτια τους με περιεργάζονταν από την κορφή ως τα νύχια. Τους χαμογέλασα γλυκά, καθώς διόρθωνα μια τούφα μαλλιών κάτω από το μάλλινο σκούφο μου και φορούσα τα δερμάτινα γάντια μου με τη γούνινη επένδυση.
«Πώς το είπες αυτό;» ρώτησε ο άντρας μου, μικραίνοντας κι άλλο τα ήδη μικρά του μάτια.
«Τα όνειρά μου τα ανέβαλα. Δεν τα ακύρωσα», επανέλαβα εγώ, αργά και σταθερά.
Για λίγο έπεσε αμήχανη σιωπή.
«Πού, ακριβώς, είπες ότι πηγαίνεις;» ρώτησαν τα παιδιά.
Άνοιξα το στόμα μου για ν’ απαντήσω, αλλά με πρόλαβε ο μπαμπάς τους. «Στη Λαπωνία! Έχει ραντεβού με τον Άγιο Βασίλη!»
Η ειρωνεία του για μια στιγμή κέντρισε την ψυχή μου, αλλά ευτυχώς η λογική επικράτησε και αρνήθηκα να παίξω το παιχνίδι του. Εξάλλου, πάντα διαφωνούσαμε για την κεντρική ιδέα.
«Αν θυμάσαι, όταν παντρευτήκαμε, δεν ήμουν ορφανή κι είχα μια θεία που σήμερα ζει στην Ουαλία», του είπα, εξακολουθώντας να χαμογελάω χαριτωμένα.
«Κι εμάς, δεν μας σκέφτεσαι; Τι θα τρώμε; Τι θα τρώνε τα παιδιά; Ποιος θα συγυρίζει, ποιος θα πληρώνει τους λογαριασμούς; Τόσες δουλειές ποιος θα τις κάνει;» συνέχισε εκείνος με απελπισμένη φωνή.
Μμμ… Ώστε πραγματικά έκανα πολλές δουλειές…
«Ξέρουμε όλοι καλά ότι η μαγειρική μου δεν έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης μέσα στην οικογένειά μου, όσο για τις υπόλοιπες δουλειές κάποιος θα βρεθεί να τις αναλάβει, έναντι μικρού τιμήματος, φυσικά», απάντησα ήρεμα κι έκλεισα το μάτι στους γιούς μου, που είχαν αρχίσει να ξεμουδιάζουν και να το διασκεδάζουν.
«Ας πηγαίνουμε», είπε ο μεγάλος μου γιος και τράβηξε τη βαλίτζα από το χερούλι. «Δεν πρέπει ν’ αργήσεις».
«Τι τη θέλεις τόσο μεγάλη βαλίτζα;» ρώτησε ο άντρας μου. «Σκοπεύεις να εγκατασταθείς εκεί;»
Δεν απάντησα.
«Και το βιβλίο σου; Τα γραπτά σου;» ρώτησε ο μικρός μου γιος.
Του έδειξα την τσάντα με το φορητό υπολογιστή.
«Εντάξει, τότε», είπε ανακουφισμένος. Το γλυκό μου παιδί δεν ήθελε να παρατήσω την προσπάθειά μου να γίνω συγγραφέας. Έτρεφε ελπίδες.
Μπήκαμε όλοι στο αυτοκίνητο και δέσαμε τις ζώνες ασφαλείας. Ο άντρας μου ξεκίνησε αργά, μη μπορώντας να πιστέψει ότι όχι μόνο δεν είχε ανατρέψει αυτό το ταξίδι, αλλά με συνόδευε κιόλας μέχρι το αεροδρόμιο, για να φέρει πίσω το αυτοκίνητό μου!
Κοίταζα δήθεν αδιάφορα έξω από το τζάμι για να κρύψω ένα χαμόγελο ικανοποίησης, ενώ σκεφτόμουν ότι η Αρχή του Τετελεσμένου Γεγονότος, όπως την αποκαλούσα, είχε κάνει το θαύμα της. Και στη διασταύρωση, μπροστά στο ΣΤΟΠ, στύλωσα το βλέμμα δεξιά προς το βουνό κι έστειλα νοερά ένα ευχαριστήριο φιλί στον Μικρό μου Δράκο.
Ήμουν τόσο ευτυχισμένη! Είναι υπέροχο, τελικά, να στήνεις καρτέρι στα όνειρά σου, να τα κυνηγάς!
Στο αεροδρόμιο, λίγο πριν περάσω στην Πύλη Αναχώρησης Β22, φίλησα τα παιδιά μου. Ετοιμαζόμουν να τα συμβουλέψω για άλλη μια φορά, μα με διέκοψαν.
«Μην ανησυχείς για μας. Εσύ, να προσέχεις!»
Πλησίασα τον άντρα μου, που επέμενε να κρατάει τα χέρια του στις τσέπες του παντελονιού και να στρέφει ελαφρά το μάγουλο για ένα χλιαρό φιλί αποχαιρετισμού.
«Και θυμήσου, ακόμα, ότι έχω κι ένα θείο στο Γιοχάνεσμπουργκ», του είπα χαμογελαστή, ενώ απομακρυνόμουν με βήματα προς τα πίσω, «καθώς επίσης και πολλούς φίλους και φίλες στο εσωτερικό».
«Και πού ήταν όλοι αυτοί τόσα χρόνια;» μου φώναξε νευριασμένος.
«Στην αποθήκη!» απάντησα με αινιγματικό χαμόγελο και έγνεψα ‘αντίο’ με το χέρι.
ΤΕΛΟΣ
*Το διήγημα «Ο Δράκος της Πανσελήνου» είναι από τη συλλογή διηγημάτων «Εγώ αγαπώ, αυτή καπνίζει», εκδόσεις Άνεμος Εκδοτική, 2012
**Η Αγγελική Μπούλιαρη-Αργυράκη σπούδασε Ελληνική και Αγγλική Φιλολογία, Δημιουργική Γραφή και Ψυχολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Λογοτεχνική Μετάφραση και Μετάφραση Παιδικής Λογοτεχνίας στο Βρετανικό Συμβούλιο, και την Ιταλική Γλώσσα. Εργάστηκε ως ιδιωτική υπάλληλος και ως καθηγήτρια στη Μέση Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, διηγήματα, ποίηση, μετάφραση. Προσωπική σελίδα: https://the-yellow-buses.blogspot.com/





