ΤΟ ΓΚΡΕΜΙΣΜΈΝΟ, ΔΩΡΟ

(Διήγημα)  του Δημήτρη Γιάννη Κοκαβέση

Ξεπερασμένα μεσάνυχτα. Ένας θόρυβος ακολουθούσε ρυθμούς μιας ερεθισμένης ψυχής, δυσβάστακτης σε ενέργειες μουδιασμένη του χρόνου κι ο χρόνος;…
Μέσα σε ένα ξεπερασμένο καπρίτσιο της είχε… μελέτες και επιστροφή σε βιολογικά φαινόμενα, σε αγύριστα ταξίδια σαν πλήγμα θανάτου γέμιζε…στο σάκο του, τα ασυγχώρητο κρεμόνταν στους κουρασμένους ώμους αντίκρισε…., το χλομό πρόσωπο φορτωμένο νύχτες παράδοξες, κουβαλώντας.


Οι δέκτες του ρολογιού; Κουρασμένοι κι αυτοί στην κουρασμένη καθημερινότητα τους κούραζε και τους πότιζε ενοχλητικά στο δηλητήριο των απών του χρόνου εκεί που θανατώνονταν… αγρυπνίες!…
Έδιναν και έπαιρναν απ’ τις μέρες, μία αυγή… να χαλαρώνει ενώ αυτή, όρθωνε να γεμίζει, πίκρες χειμωνιάτικες κρατούσε, για στολή.
Επέστρεψε μία μέρα και είχε χάσει την ευτυχία της, επέστρεψε!…
Σε μία καυτή έδρα, κι αυτή, η μέρα, στον ήλιο να ρυθμίζει την τύχη του, δεν έψαξε ποτέ να ψάχνει… ορφανή όπως… αυτό το αγνό καρδιοχτύπι διαταραχών επέμενε κι έμεινε στο σκληρό ταμπλό της να κρατά και να γεμίζει… σκέψεις, δίχως ελαστικότητα σαν μία τραχιά φωνή δίχως ταχύτητα φούντωνε… στον αργό ρυθμό ανάπτυξης… πνοές του, άφηνε τα βράδια, ακατάληπτη κι όμως πάντα δίπλα της, κάπου εκεί, εκεί με τα μεσάνυχτα περιμένει ξημερώματα!…


Με το φως περίμενε έγερση, αίσθησης να γέμιζε, σε ερεθισμούς και καταστάσεις
το φως της… ένα πρωινό, σε ξημερώματα μουντά άπλωνε και παρακινούσε δράση!…
τιμωρίες στα πόδια της – νύχτα, γκρέμιζε με σκοτάδια νύχτας, ξυπνούσε ακούοντας γνήσια καρδιοχτύπια, πιο γνήσια δεν χαρίστηκαν στην επιχείρηση ψυχής προκαλεί…, η γεμάτη δώρα κι αν δεν δώρισε χαμόγελο,… καρτερούσε ανόθευτο… φιλί, πιο γνήσιο και της υπογραφής… γονάτισε!… Ταπεινώνοντας 
την έγνοια του, έπαιρνε, σαν λάβα από ηφαίστειο οι πνεύμονες παρήγαγαν εκρήξεις… σε πνοές
αυγής, μη στερείς το φως.


Στο φως… λάθη ξεπλένω σαν μετρούσες, επιφάνεια της γης δεν γεμίζεις ούτε προσφέρεις σαν παριστάνεις σκληρό,… φλοιό, σε αγιογραφίες θα σου φτιάχνω.
Αντοχές, καταστρέφουν στο χρόνο, ανυποχώρητη και πεισματάρα το χρόνο, μη καταστρώνεις πιο σκληρό!…
Απ’ τα βράδια που την ηρέμιζε, στο φαρδύ του χάδι;!…
Το χάδι και η στοργή δεν είναι αόρατα, στην παλάμη μας εκδηλώνεται… το άγγιγμα;…
Τρυφερό, περιποίησης, πόσο μ’ αγγίζει!…
Ξέρεις τα βράδια!… 


Στης αυγής το φως ξεψυχούν και χαλαρώνουν σαν επιστρέφουν, παρελθόν…γεμάτο αγάπη και εκτίμηση της δώριζε… ποιες εκτιμήσεις;…
Τις μονότονες και κακόβουλες οι κακόπιστες συναλλαγές μας να γκρεμίζουν, τα θέλω, στις πιστολιές δεν έχουν αφορμές.
Πόσο χαλάρωσες… το φως;… Έδενε τις μέρες μας ενώ ο χρόνος, σε αναταραχή προκαλούσε ανοησίες και συμπεριφορές ανορθόδοξες αποκαθιστώ το όρμο λιμάνι, ασφαλή αγκυροβόληση έχεις σαν ένα έγχορδο όργανο σε κατάλληλη τονικότητα και τόνο θ’ αφήσω… μουσική της Θεάς… θα ξυπνήσω.

 

art by Flora Borsi