Οι παράξενες ιστορίες ερώτων των Βυζαντινών…

Στους Βυζαντινούς χρονογράφους βρίσκουμε μερικές παράξενες ιστορίες ερώτων, που μας κάνουν να πιστεύουμε ότι παρά τη θρησκοληψία τους, οι γυναίκες της εποχής εκείνης είχαν καρδιά τρυφερή και αισθηματική, αλλά και ιδιοσυγκρασία αρκετά φλογερή.

Οι αρχόντισσες του Βυζαντίου συχνά περιέπεφταν σε διάφορα ασίγαστα πάθη. Νεαροί σπαθάριοι με βοστρυχωτά μαλλιά και ονειροπόλα μάτια βρίσκονταν πάντοτε ακουμπισμένοι στις μαρμάρινες κολόνες των ναών, περιμένοντας τις ωραίες “δέσποινες των λογισμών” τους, που θα πήγαιναν να προσευχηθούν στη Θεοτόκο. Τα αισθηματικά μυθιστορήματα, άλλωστε, είχαν γίνει μόδα και συντρόφευαν τις σκέψεις των ερωτευμένων ιδιαίτερα κατά τις μακρές χειμωνιάτικες νύχτες, όπως το περίφημο “Ιμπέριος και Μαργαρώνα”.

Ο Πατρίκιος Νικόλαος, λοιπόν, ο Δομέστικος της Ανατολής, ενώ βρισκόταν στην Κιλικία απασχολημένος με τις υποθέσεις του, πληροφορήθηκε πως η όμορφη γυναίκα του τον πρόδιδε. Έτσι, έφυγε αμέσως από την Κιλικία και έφτασε κρυφά στην Κωνσταντινούπολη, όπου έστησε καρτέρι και έπιασε τη σύζυγό του στην αγκαλιά του εραστή της.

Διέταξε ευθύς τους στρατιώτες του να ορμήσουν καταπάνω στο παράνομο ζεύγος και να τους δέσουν μαζί. Έπειτα, ο Νικόλαος έσυρε το σπαθί από το θηκάρι του και το έμπηγε ασταμάτητα πάνω στα ακινητοποιημένα κορμιά τους. Αφού τους βασάνισε για πολλή ώρα, οι δύσμοιροι ξεψύχησαν.

Για την πράξη του αυτή, ο Δομέστικος της Ανατολής δεν έδωσε λογαριασμό σε κανέναν. Δεν άργησαν να τον κατακλύσουν, όμως, οι τύψεις της συνείδησής του και κατέληξε έρημος, κακότροπος και κακογερασμένος. Πέθανε τελικά αποτραβηγμένος σ’ ένα μοναστήρι.

Υπήρχαν, βέβαια και Πατρίκιοι που απλώς είχαν υποψίες για την απιστία των συζύγων τους. Αυτοί μπορούσαν να καταφύγουν στη θαυματουργή μεσολάβηση του αγάλματος της Αφροδίτης, που ήταν στημένο στην κορυφή μιας κολόνας στη συνοικία του Ζεύγματος και εκτελούσε καθήκοντα αντίθετα με τη φήμη της αρχαίας θεάς.

Δηλαδή όποια γυναίκα ήταν ύποπτη για απιστία, έπρεπε οπωσδήποτε να οδηγηθεί μπροστά από το άγαλμα της θεάς. Εκείνες που γνώριζαν πως οι φήμες εναντίον τους ήταν απλές συκοφαντίες κι εντελώς ανυπόστατες, πήγαιναν πρόθυμα να υποστούν την παράξενη δοκιμασία, αφού δεν είχαν τίποτε να φοβηθούν και περνούσαν με το κεφάλι ψηλά. Μα, εκείνες που ήταν ένοχες πάθαιναν κάτι, το οποίο θα έκανε την τοποθεσία αυτή πολυσύχναστη από τους νεαρούς του Βυζαντίου.

Μόλις η ένοχη γυναίκα παρουσιαζόταν μπροστά στο άγαλμα, ένιωθε να σηκώνεται με ασυγκράτητη βία το φόρεμά της ίσαμε τη μέση από μια μυστηριώδη δύναμη. Τούτο, λοιπόν, αποτελούσε τη μαρτυρία της ενοχής της, την οποία αναγκαζόταν να ομολογήσει και η ίδια.

Φαντάζεται κανείς πως το μαρμάρινο εκείνο άγαλμα της θεάς Αφροδίτης είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος των κοριτσιών και γυναικών του Βυζαντίου.

Μια από αυτές, η κουνιάδα του Ιουστίνου Κουροπαλάτη, κυρία της ανωτάτης αριστοκρατίας, πήγαινε μια μέρα στη λειτουργία του ναού των Βλαχερνών. Επειδή, όμως, την προηγούμενη μέρα είχε βρέξει πολύ και οι δρόμοι ήταν πλημμυρισμένοι από νερά, η τρανή αυτή κυρία αναγκάστηκε με την ακολουθία της να στρέψει τα γκέμια του αλόγου της κατά τη διεύθυνση του Ζεύγματος. Έτσι, πέρασε υποχρεωτικά από το άγαλμα της Αφροδίτης, η οποία έκανε το… θαύμα της. Τα φουστάνια της Βυζαντινής αρχόντισσας ανυψώθηκαν στον αέρα ίσαμε τη μέση της, ενώ εκείνη πάσχιζε ματαίως να τα κατεβάσει.

Οι νέοι που πάντα καιροφυλακτούσαν στο σημείο για τέτοια διασκεδαστικά θεάματα, έσκασαν στα γέλια και τα ξεφωνητά, το άλογο αφηνίασε, η αρχόντισσα λιποθύμησε και έπεσε από το άλογο, ευτυχώς όμως δίχως να σκοτωθεί. Τη μετέφεραν στο μέγαρό της τραυματισμένη και ντροπιασμένη. Όταν συνήλθε, κάλεσε τους ανθρώπους της και τους έδωσε μυστική διαταγή για τη νύχτα εκείνη. Το πρωί, το άγαλμα της “μαρτυριάρας” θεάς βρέθηκε κομμάτια προς ανακούφιση όλων των γυναικών του Βυζαντίου.

Μια από τις χαρακτηριστικότερες περιπέτειες βασιλικής ζήλιας ήταν και η υπόθεση του μήλου.

 

 

Ο Βασιλιάς του Βυζαντίου Θεοδόσιος Β’ βρισκόταν στην Αγία Σοφία, όταν του πρόσφεραν ως δώρο ένα πελώριο μήλο, “παμμεγεθέστατον”, που το είχαν φέρει από τη Φρυγία σαν έκτακτο φαινόμενο “για την Αγιοσύνη του”. Ο Βασιλιάς πράγματι ευχαρίστησε τον κομιστή και σαν καλός σύζυγος έστειλε αμέσως το θαυμάσιο οπωρικό στη σύζυγό του.

Γυναίκα του ήταν η περίφημη Αθηναΐς, που έμεινε γνωστή στην ιστορία των Βασιλισσών με το χριστιανικό της όνομα Ευδοκία. Φαίνεται λοιπόν ότι εκείνη είχε συνάψει εξωσυζυγικές σχέσεις με έναν από τους πλέον ευνοούμενους άντρες του Αυτοκράτορα, τον Μάγιστρο Παυλίνο, ο οποίος υπήρξε θελκτικότατος.

Η Ευδοκία, όταν της έφεραν το σπάνιο εκείνο φρούτο, έσπευσε να το στείλει στον Παυλίνο. Αυτός με τη σειρά του, μη γνωρίζοντας τα προηγηθέντα, το έστειλε πεσκέσι στον Αυτοκράτορα. Τρομερές σκέψεις συννέφιασαν τον νου του Θεοδοσίου, που ευθύς προσκάλεσε τη Ευδοκία και τη ρώτησε:

-Πού είναι το μήλο που σου έστειλα;

-Το πρόσφερα στον Παυλίνο, τον πιστό μας Μάγιστρο, απάντησε εκείνη υποψιασμένη.

Ξέσπασε τότε ένας φοβερός συζυγικός καυγάς. Αλλά η ωραία Αυτοκράτειρα δεν ήταν από εκείνες που φοβούνταν εύκολα, καθώς γνώριζε πως κατείχε την κυριαρχία στην καρδιά του άντρα της. Με τόλμη και αναίδεια τού είπε:

-Περιφρονώ τις γελοίες υποψίες σου που με προσβάλλουν ως σύζυγο και Βασίλισσα! Αποσύρομαι στα δωμάτιά μου. Κάνε ό,τι επιθυμείς!


Μαζί με τη μυστικοπάθεια και την ερωτοπληξία των γυναικών του Βυζαντίου, έχουμε και συχνά αναφορές για την αναπόφευκτη ζήλια τους, που καμιά φορά ξεσπούσε λυσσαλέα.
Όμως, ο Θεοδόσιος δεν ξεγελάστηκε. Διέταξε μερικούς στρατιώτες του να στήσουν καρτέρι σε μια σκοτεινή στοά από την οποία έμπαινε μυστικά ο ωραίος Παυλίνος στο παλάτι. Και την επόμενη μέρα, τα ψάρια της Προποντίδας κατασπάραζαν το κορμί του Μαγίστρου. Η Ευδοκία, που λυπήθηκε κατάκαρδα για τον σκληρό θάνατο του εραστή της, εγκατέλειψε την πρωτεύουσα και πήγε να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους.

Μια από τις πιο τρανταχτές εκδηλώσεις της ήταν και η διαγωγή που επέδειξε η γυναίκα του περικαλλούς Πατρικίου Κωνσταντίνου Αρτοκλίνη. Κυκλοφορούσε ευρέως η φημολογία πως ο Πατρίκιος αυτός ήταν ένας από τους πολλούς εραστές της θεότρελης Ζωής της Πορφυρογέννητης.

Το αξίωμα αυτού του ανδρός του επέβαλλε να στέκει όρθιος μπροστά στη βασιλική τράπεζα κατά τα επίσημα γεύματα και να κόβει “τον άρτον των Ισαποστόλων”, δηλαδή να σερβίρει το ψωμί στο βασιλικό ζεύγος, εξού και ο τίτλος του Αρτοκλίνης”.

Η γυναίκα του ωραίου Πατρικίου είχε βεβαιωθεί ότι ο σύζυγός της την απατούσε με την Αυτοκράτειρα Ζωή, αλλά φοβόταν να κάνει κάποιο σκάνδαλο κι έκανε υπομονή. Όταν, όμως, η Ζωή χήρεψε, αποφάσισε να χωρίσει τον εραστή της από τη γυναίκα του, να τον πάρει δικό της και να τον ανεβάσει στον θρόνο του Βυζαντίου.

Ζωή η Πορφυρογέννητη (περίπου 978 μ.Χ. - 1050 μ.Χ.)
Ζωή η Πορφυρογέννητη (περίπου 978 μ.Χ. – 1050 μ.Χ.)

Η γυναίκα του Κωνσταντίνου Αρτοκλίνη, όμως, έμαθε όλα αυτά και για να τον εκδικηθεί για την απιστία του, έριξε δηλητήριο στο ποτήρι του. Κι έτσι, αντί να ανεβεί ο δύσμοιρος στον θρόνο, κατέβηκε στον Άδη.

Στο Βυζάντιο, ξεχωριστή θέση κατείχαν και οι “έγκλειστες” γυναικείες καλλονές, που οι Βυζαντινοί αξιωματούχοι συντηρούσαν, όπως αργότερα οι Τούρκοι στα χαρέμια τους. Κάποιοι από αυτούς γίνονταν εξαιρετικά τυραννικοί, όταν τους τύφλωνε η ζήλια.

Για παράδειγμα, τον 14ο αιώνα, ο άρχοντας Ανδρόνικος Β’ Παλαιολόγος λάτρευε μια πανέμορφη εταίρα, την οποία τη ζήλευε υπερβολικά. Για να είναι βέβαιος ότι κανείς άλλος δε θα γευόταν τα κάλλη της, είχε τοποθετήσει γύρω από το σπίτι της ολόκληρη στρατιωτική φρουρά από ξιφοφόρους και τοξότες, άλλους να φρουρούν την είσοδο και άλλους τα γύρω στενά.

Η εταίρα αυτή, παρά την πολιορκία του σπιτιού της, κατόρθωνε να βλέπει έναν άλλο νέο, περίφημο για την ομορφιά του. Μα, όλη αυτή η ερωτική περιπέτεια πήρε τραγικό τέλος.

Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος (25/03/1259 μ.Χ. - 13/02/1332 μ.Χ.)
Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος (25/03/1259 μ.Χ. – 13/02/1332 μ.Χ.)

Μια νύχτα, ο αδελφός του Ανδρόνικου, ο Δεσπότης Μανουήλ, αναζητούσε τον αδελφό του και τον γύρευε παντού. Έτσι, σκέφτηκε να περάσει από το σπίτι της ερωμένης του Ανδρόνικου μήπως και τον συναντούσε εκεί. Αλλά, δυστυχώς, οι φρουροί, που δεν τον αναγνώρισαν μέσα στα σκοτάδια, τον πέρασαν για τον ωραίο φίλο της “έγκλειστης”, ρίχτηκαν πάνω του και τον κομμάτιασαν με τα σπαθιά και τα τσεκούρια τους.

Οι παράξενες ιστορίες ερώτων των Βυζαντινών ήταν γεμάτες πάθος, πόθο, ίντριγκα και συκοφαντία, ενώ συχνά ήταν αναμεμειγμένες με πόνο, προδοσία και θάνατο.

strangepress.gr

 

                                                                            Η είδηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΜΠΟΥΚΕΤΟ”, στις 04/08/1927…

Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "ΜΠΟΥΚΕΤΟ", στις 04/08/1927

Pin It on Pinterest

Share This