“Κορίτσι για σπίτι”

Επιμέλεια: Ελένη Σοφού

Γράφει η Γρηγορία Γρηγορίου Αντωναράκη

 

 

 

Κορίτσι για σπίτι

Ψαλίδια, κουμπιά, σιρίτια, πολύχρωμα κουρελάκια, αυτά ήταν οι θησαυροί της, ο μαγικός της κόσμος. Που την έχανες, που την έβρισκες, με τη βελόνα στο χέρι να σκαρώνει ποδίτσες για την κουζίνα, σακουλάκια για αρωματικά χόρτα, ρούχα για τις κούκλες της…

Έφυγε από το χωριό της λίγο πριν κλείσει τα δεκαοχτώ. Ας ήταν καλά η αδερφή της μάνας της που θα τη φιλοξενούσε στην Αθήνα για όσον καιρό χρειαζόταν ώσπου να γίνει μια καλή και άξια ράφτρα. Η Λενή δεν άργησε να αναδείξει το ταλέντο και τα χαρίσματά της. Πολύ σύντομα, από απλό μοδιστράκι, προβιβάστηκε σε «modiste», όπως, πολύ τιμητικά, την αποκαλούσε η κυρία Μελά που διεύθυνε το μοδιστράδικο. Τα λεπτά μεταξωτά και βουαλάζ υφάσματα μεταμορφώνονταν στα χέρια της σε φινετσάτα μοντελάκια και όχι μόνο! Η μαεστρία της επεκτάθηκε και στα καπέλα κουάφ τα οποία εμπλούτιζε με φτερά, λουλούδια, ή φιόγκους. Όσο για τα κοσμήματα, τα μακριά, διπλά κολιέ από πέρλες ήταν η προτίμησή της, έτσι ώστε, όχι άδικα, να την αποκαλούν οι πελάτισσές της «Coco Chanel».

 

Μετά από δέκα χρόνια εξάσκησης η φήμη της είχε διαδοθεί σε όλα τα καλά σαλόνια της πρωτεύουσας. Πολλές κοπέλες μάλιστα αποφάσιζαν να εμπιστευτούν την πιο όμορφη μέρα της ζωής τους στο αναδυόμενο αστέρι του κόσμου της ελληνικής μόδας. Τα νυφικά που έραβε δεν είχαν τίποτα να ζηλέψουν απ’ αυτά της υψηλής ραπτικής της Ευρώπης και του Χόλυγουντ. Περιοδικά μόδας τής κάθε σεζόν παρέλαυναν επάνω στα τραπέζια και το μόνο που περίμεναν ήταν να διαλέξει η πελάτισσα το φόρεμα ή το νυφικό των ονείρων της, από τον οίκο Dior, Chanel, Helen Rose, Balenciaga! Τίποτα δεν την πτοούσε. Στο ερώτημα αν θα τα κατάφερνε να πετύχει τα πολύπλοκα σχέδια των μεγάλων οίκων μόδας, «και καλύτερο ακόμα θα βγει,» απαντούσε με αυτοπεποίθηση.

Πρώτη πήγαινε στο ατελιέ και τελευταία έφευγε. Κι όταν έβλεπε τα χαμόγελα ικανοποίησης των κυριών που φορούσαν τα δημιουργήματά της ξέχναγε τα πονεμένα της μάτια και τα χιλιοτρυπημένα της δάχτυλα.

Η θεία της, μόνη από τη στιγμή που έμεινε χήρα, την περίμενε κάθε βράδυ να φάνε μαζί και να μιλήσουνε. «Καλή η ραπτική Λενή μου, αλλά θέλω να κοιτάξεις και τον εαυτό σου,» της έλεγε συχνά, «τα χρονάκια περνάνε…» Η Λενή χαμογελούσε μ’ ένα συγκαταβατικό χαμόγελο και σκεπτόταν πως μια χαρά ήταν κι έτσι, γιατί να φορτωθεί μπελάδες; Εξ’ άλλου, τα ‘βλεπε, δεν τα ‘βλεπε τα χαΐρια των πελατισσών της; Όλο παράπονα της έκαναν για τους άντρες τους, ζήλιες, περιορισμοί, δεσμεύσεις, και πάει λέγοντας… Όχι, το είχε αποφασίσει, δε θα έκανε κι αυτή το ίδιο λάθος. Καλύτερα μόνη της παρά να υποταχτεί στις παραξενιές του καθενός. Έτσι κι αλλιώς αυτή είχε όραμα. Με το κομπόδεμα που είχε μαζέψει θα αγόραζε εν καιρώ το ατελιέ της κυρίας Μελά. Εκείνη της το είχε προτείνει, πενήντα χρόνια στην πιάτσα, ήθελε να αφήσει το καλό όνομα της επιχείρησή της σε άξια χέρα και η Λενή είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη της.

Μια μέρα, απογευματάκι ήταν, όταν μπήκε στο ραφτάδικο ένας καλοντυμένος κύριος γύρω στα σαράντα και τη ζήτησε. «Να πω μια καλημέρα μόνο δεσποινίς Ελένη» της είπε, «ξέρετε, είμαι οικογενειακός φίλος και μια και περνούσα απ’ έξω είπα να περάσω να σας γνωρίσω». «Ευχαριστώ για την επίσκεψη κύριε. Λενή είναι τ’ όνομά μου. Έτσι έλεγαν και τη γιαγιά μου που την αγαπούσα…» μα πριν τελειώσει, «να μη σας ανησυχώ» της είπε, «βλέπω ότι έχετε κόσμο, κάντε τη δουλειά σας, θα τα πούμε μια άλλη φορά,» και της έτεινε το χέρι.

Το περιστατικό σβήστηκε από το μυαλό της σα να μην είχε ποτέ συμβεί. Θα είχαν περάσει τρεις εβδομάδες πάνω-κάτω από την ανεξήγητη επίσκεψη του κυρίου Λαμπρόπουλου στο μοδιστράδικο όταν, φτάνοντας ένα βράδυ στο σπίτι η Λενή τον βρήκε στρογγυλοκαθισμένο στον καναπέ να καπνίζει και να πίνει το κονιακάκι του μαζί με τη θεία της. Ξαφνιάστηκε, αλλά και πάλι δεν πήγε το μυαλό της σε τίποτα παραπάνω από αυτό που της είπαν, ότι τάχα πέρασε να πει μια καλησπέρα. Η θεία τον κράτησε για βραδινό, φάγανε όλοι μαζί και κουβέντιασαν. Η κοπέλα με το ζόρι κρατούσε τα μάτια της ανοιχτά. Είχε δουλέψει εντατικά εκείνη την ημέρα για να παραδώσει νυφικό με βενετσιάνικη δαντέλα, χάντρες και παγέτες. Ο καλεσμένος φλυαρούσε για πολλά και διάφορα, για τη δουλειά του, για την ακρίβεια, για το ήθος της εποχής, μέχρι που το γύρισε στο ρόλο της γυναίκας που, κατά τη γνώμη του, δεν ήταν άλλος από το να περιποιείται τον άντρα της και τα παιδιά της και – εκεί ανέβασε την ένταση της φωνής του – από τη στιγμή που μπαίνει το στεφάνι κομμένα τα έξω, γιατί τα ξεπορτίσματα κλείνουν σπίτια. «Αλίμονο στη γυναίκα που θα τον πάρει,» σκέφτηκε η Λενή με οίκτο και ζήτησε συγνώμη για να αποσυρθεί.

Ξημέρωνε των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Η θεία ετοίμαζε αποβραδίς και στόλιζε το σπίτι. «Είπα να σου κάνω έκπληξη» της είπε, «αλλά δεν κρατιέμαι. Σήμερα έρχονται η μάνα κι ο πατέρας σου απ’ το χωριό να γιορτάσουμε όλοι μαζί. Να μην αργήσεις στη δουλειά».

Επέστρεψε στο σπίτι κατά τις δυο. Βρήκε τον πατέρα της στην αυλή. Έπεσε στην αγκαλιά του και τον γλυκοφιλούσε. Πόσο της είχε λείψει! Ήρθε κι η μάνα από την κουζίνα ζωσμένη την ποδιά και την έχωσε στα δυνατά της μπράτσα σφίγγοντάς την ώρα πολύ.

Οι δυο γυναίκες βρίσκονταν σε πυρετό προετοιμασίας, στρώνανε τραπέζια, μαγείρευαν, έφτιαχναν πίτες. «Δε χρειάζονται τόσα πράγματα, μεταξύ μας είμαστε,» στενοχωριόταν η Λενή. «Μα τι λες κοριτσάκι μου, έχω τόση χαρά που μαζευτήκαμε όλοι να σε γιορτάσουμε μετά από τόσα χρόνια!» απάντησε αναψοκοκκινισμένη η θεία.

Εκεί πάνω στην αναμπουμπούλα κτυπάει το κουδούνι. «Εγώ θα πάω» κάνει η θεία και τρέχει προς την είσοδο. Και να’ σου ο κουστουμάτος κύριος φορτωμένος με γλυκά, λουλούδια και πλατιά χαμόγελα, και χρόνια πολλά δεσποινίς Ελένη, και να μας ζήσετε δεσποινίς Ελένη, και πόσο εκτιμώ την οικογένειά σας κι όλο τέτοια… «Ευχαριστώ πολύ για τις ευχές κύριε, όμως, Λενή με λένε, το κληρονόμησα απ’ τη γιαγιά μου αυθεντικό,» τόλμησε να τον διορθώσει, για να εισπράξει ένα αγριοκοίταγμα από τη μάνα της.

Ο μουσακάς των δυο αδερφάδων νοστιμότατος και η τυρόπιτα να μοσχοβολά βούτυρο. Η πρώτη πρόποση εκ μέρους της θείας για το πόσο τυχερή ήταν που είχε την ανιψούλα της μαζί της και γέμισε νιάτα κι ομορφιά το μέχρι πρότινος έρημο σπιτικό της. Η δεύτερη του πατέρα της που καλωσόριζε τον αγαπητό επισκέπτη, και τέλος ήρθε κι η σειρά του καλοντυμένου κυρίου πως μεγαλύτερη χαρά γι’ αυτόν δεν υπάρχει απ’ το να μπει σ’ αυτό το τίμιο σπιτικό και να συγγενέψει με τόσο χρυσούς ανθρώπους!

Η Λενή ζαλίστηκε, θόλωσε το μυαλό της, για ποια συγγένεια μιλούσε; Μα πριν προλάβει η απορία να γίνει φόβος, άκουσε τον πατέρα της να λέει: «Η εκτίμηση είναι αμοιβαία, γι’ αυτό ας μη μείνουμε μόνο στην ευχή» και σήκωσε το ποτήρι του.

«Ναι, βεβαίως,» άρπαξε την ευκαιρία ο καλεσμένος, «εγώ πάντως, σας το λέω ξεκάθαρα και χωρίς περιστροφές ότι τούτο το κορίτσι μου αρέσει. Είναι σεμνό και σεβαστικό. Κορίτσι για σπίτι, όπως το θέλω. Τι λέτε δεσποινίς Ελένη;» Μα σα να το μετάνιωσε, ή σα να μη τον ενδιέφερε η γνώμη της υποψήφιας νύφης, συνέχισε: «Η κυρά Δέσπω, η μάνα μου, περιμένει πως και τι να τη γνωρίσει και είμαι σίγουρος πως θα τα πάνε περίφημα, φτάνει να την ακούει, μου είπε, μόνο αυτό, να τη σέβεται και να την ακούει,» και ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια που παρέσυραν και την ομήγυρη.

Με τα μάτια κατεβασμένα στο πιάτο της η Λενή και την καρδιά της να χτυπά άτσαλα, ένιωθε όλο της το σώμα να μουδιάζει. Την ίδια στιγμή πάσχιζε να συγκρατήσει το λυγμό που ανέβαινε σαν κύμα στο λαιμό της να την πνίξει. Για κείνην μιλούσαν λοιπόν. Αυτή ήταν η κοπέλα για σπίτι; Πώς την παγίδεψαν έτσι; Κι ο πατέρας πώς της το ‘κανε αυτό;

Ήθελε να ριχτεί στην αγκαλιά της μάνας της να την παρακαλέσει, να την εκλιπαρήσει να τη σώσει, αλλά καθώς έψαχνε το συμπονετικό της βλέμμα η τραγωδία έφτασε στην κορύφωση. «Συγγνώμη κύριε Λαμπρόπουλε, ρωτήσατε την ηλικία της, το 26 είναι γεννημένη,» άκουσε τη μάνα της να ξεστομίζει αβίαστα το ψέμα.

Την είχαν κιόλας μικρύνει κατά 6 χρόνια και την έταζαν σ’ αυτό τον άγνωστο άντρα χωρίς την έγκρισή της, χωρίς καν να την ρωτήσουν. Η Λενή, παραπατώντας, έτρεξε στο μπάνιο με το στομάχι της ν’ ανεβαίνει στο στόμα και μόλις που πρόλαβε να σκύψει στην τουαλέτα. Κανένας δεν ασχολήθηκε μαζί της, παρά μόλις βγήκε, κατάχλομη και εξαντλημένη, άκουσε χαρές και γέλια και να πίνουν στην υγειά του καινούργιου ζευγαριού. Να ζήσετε, η ώρα η καλή! Καλά στέφανα!

Η κυρία Ελένη Λαμπροπούλου έζησε στο χρυσό κλουβί που της έχτισαν και έφτασε σε βαθιά γεράματα. Οι γειτόνισσες την έβλεπαν απ’ το πρωί ως το βράδυ να περιποιείται τις γλάστρες της και να χαϊδεύει τα λουλούδια της. Τα φορέματά της πάντα απλά, σε χρωματισμούς καφέ, μπεζ ή γκρι, έντυναν το λεπτό της κορμάκι.

Όταν έφυγε από τη ζωή, τα παιδιά της άνοιξαν με συγκίνηση την ντουλάπα της και τη βρήκαν γεμάτη με πολύχρωμα, φίνα υφάσματα, μεταξωτά, μουσελίνες, οργάντζες, σιφόν, ζορζέτες, μουαρέ… Τα συρτάρια της, σαν ανθισμένος κήπος, έσφυζαν από κουβαρίστρες όλων των αποχρώσεων και δεκάδες κουτάκια γεμάτα με ποικιλίες κουμπιών μοναδικής τέχνης, πέρλες, φιλντισένια, βελούδινα, ασημένια, δερμάτινα, κεχριμπαρένια. Καθώς τα έπιασαν στο χέρι, εκείνα έτριξαν απαλά, σα να ανυπομονούσαν να μιλήσουν. Μήπως οι κρυμμένοι της θησαυροί προσπαθούσαν επιτέλους να αποκαλύψουν τα μυστικά που κράτησε επτασφράγιστα σε ολόκληρη τη ζωή της;

Κάτω από το κεντητό σεμεδάκι του κομοδίνου βρέθηκε καταχωνιασμένη η μοναδική φωτογραφία του γάμου της. Το νυφικό-καμία σχέση με τα αριστουργήματα που είχαν βγει απ’ τα χεράκια της- ένα απλό φόρεμα χωρίς δαντέλες, ούτε στολίδια. Τα πρησμένα μάτια της και τα σφιγμένα χείλη σα λεπτή γραμμή έτοιμη να σπάσει ήταν ακόμα ευδιάκριτα πάνω στο ξεθωριασμένο χαρτί.

Από πίσω, με ξεθωριασμένο μελάνι έγραφε: 20 Ιουλίου 1949, Εγώ με την Ελένη την ημέρα του γάμου μας.

 

*Η Γρηγορία Γρηγορίου Αντωναράκη γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε στην Αρσάκειο Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών. Μετά το πέρας των σπουδών της εργάστηκε ως δασκάλα σε δημοτικά σχολεία της Αττικής. Έζησε επί δωδεκαετία με το σύζυγο και τα τέσσερα παιδιά της στη Βαλτιμόρη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής όπου συνέχισε τις σπουδές της στο «Towson University», φοιτώντας στο Παιδαγωγικό τμήμα της Δημοτικής Εκπαίδευσης και στην Αμερικάνικη Λογοτεχνία. Παράλληλα, δίδαξε ελληνικά στα Κοινωτικά Σχολεία του Μέρυλαντ.

Από το 1992 η οικογένειά της μετώκησε στη Γενεύη όπου συνέχισε την εκπαιδευτική της δραστηριότητα. Εργάστηκε στο πρόγραμμα «International Baccalaureate» στο International School of Geneva. Για περισσότερο από δυο δεκαετίες συμμετέχει ενεργά στο Λογοτεχνικό Κύκλο Βιβλιοφίλων Γενεύης καθώς και στο Θέατρο Ελλήνων Γενεύης.

fractalart.gr

Pin It on Pinterest

Share This