Διήγημα: “Τα στάχυα της σιωπής”

Της Ελευθερίας Ξανθοπούλου 

επιμέλεια Ελένη Σοφού

Τα στάχυα της σιωπής

 

Ένα από τα άλυτα προβλήματα της ασήμαντης ζωής μου είναι τα ατίθασα μαλλιά μου.

Από παιδί, η μητέρα μου με οδηγούσε με αποφασιστικότητα στο σπίτι της γυναίκας του χωριού που ήξερε να κουρεύει. Θυμάμαι ακόμη την πρώτη φορά που έκλαιγα με λυγμούς – γιατί με κούρεψαν σαν αγοράκι. Για τις ψείρες, για τους κόμπους, για τις άκρες που πετούσαν άτακτα πάνω απ’ τα αυτιά.

Πάντα υπήρχε κάποιος λόγος να με κουρεύουν. Κι εγώ, λάτρευα τα σχεδόν θυσανωτά μου μαλλιά και σε όλη την πορεία της ζωής μου έτρεχα στα κομμωτήρια για να βρω την καλύτερη επαγγελματία.

Μια ανοιξιάτικη Πέμπτη ξαναπήγα, για δεύτερη φορά σε έξι μέρες, να τακτοποιήσω τα ασυμμάζευτα μαλλιά μου. Επιμελής και σιωπηλή η Εύα, η κομμώτρια, ξεκίνησε τη δουλειά της. Σπάνια μιλάει· πέρα από τον χαιρετισμό, ούτε το «κατά συνθήκη» αν είσαι καλά δεν ρωτάει.

Ήρθε σε λίγο μια γυναίκα γύρω στα πενήντα. Από τη δύσκολη, βαριά περπατησιά φαινόταν κουρασμένη και το ωχρό της πρόσωπο έδειχνε γυάλινο, παγωμένο. Ζήλεψα τα μακριά ξανθά μαλλιά της, όμορφα στιλπνά μαλλιά, στο χρώμα του σταχιού. Το όνειρο πολλών γυναικών και ο πόθος πολλών ποιητών.

Η γυναίκα κοντοστάθηκε και η Εύα την κοίταξε απορημένη. Διστακτικά πισωγύρισε λίγο, αλλά η κομμώτρια με υποστηρικτικό βλέμμα έδειξε ένα μικρό, στενόχωρο μέρος πίσω από τους λουτήρες. Αισθάνθηκα ανησυχία στον αέρα. Κάτι έπρεπε να κρυφτεί και δεν επιτρεπόταν να το δει ένας ξένος.

Καταλάβαινα ότι, από ευγένεια και συμπαράσταση, έπρεπε να έχω ακίνητα τα μάτια μου, να μην μπω στην ιστορία αυτής της γυναίκας. Κάποιος λαρυγγικός ήχος από τη μεριά της, και αυτόματα γύρισα προς τα εκεί.

Στα κρύα της χέρια χάιδευε την ξανθιά περούκα. Προσπαθούσε να καλύψει τα σημάδια της μάχης της. Η πραγματικότητα, μια φενάκη που προσποιείται τα χαμένα μαλλιά, σαν μια αρματωσιά για να αντέχει, μια δύναμη να αντιμετωπίσει τους ανθρώπους και τη ζωή.

Ο ήχος από τη ροή του θεραπευτικού υγρού στις φλέβες της καλύπτει όλους τους άλλους ήχους – νικηφόρους ή ηττημένους – σαν ανεξέλεγκτη βροχή που καθαρίζει το τοπίο, αλλά και καταποντίζει μοιρολατρικά.

Έμεινα ακίνητη και ατάραχη, να μην προκαλέσω ντροπαλοσύνη και αμηχανία. Να μην νιώσει ότι την παρατηρούν.

Με απαλές κινήσεις, η Εύα βύθισε την περούκα σε μια λεκάνη με σαπουνάδα. Τη φρόντισε όπως θα φρόντιζε κάθε μαλλί. Με αγάπη. Σαν να ήταν το πιο φυσικό, το πιο αυτονόητο πράγμα στον κόσμο.

Σε λίγο, τα μαλλιά ήταν πάλι λαμπερά και κομψά. Όμορφα, γυναικεία μαλλιά.

*H Ελευθερία Ξανθοπούλου γεννήθηκε το 1960 και ζει στη Θεσσαλονίκη. Τελείωσε το τμήμα Ελληνικού Πολιτισμού στη Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών του Ε.Α.Π. Έγραψε μία συλλογή διηγημάτων με τίτλο “Ο Καπελάτος” και δημοσεύει διηγήματα στο διαδίκτυο.

fractalart.gr

Pin It on Pinterest

Share This