Διήγημα: “Δύσκολη ζωή” Της Κατερίνας Τζωρτζακάκη

επιμέλεια: Ελένη Σοφού

 

Δύσκολη ζωή

 

Ο συγγραφέας ξεκίνησε να μαλώνει με τη γυναίκα του όταν μπήκε ο Απρίλιος και μάλωναν ακόμη στα μέσα Μαΐου.

«Είσαι παντελώς αδιάφορος για όλα», του είπε ένα πρωί για πολλοστή φορά.

«Η γυναίκα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες πούλησε όλα τα υπάρχοντά της για να έχουν χρήματα, ώστε να γράψει εκείνος το «Εκατό Χρόνια Μοναξιά», της έδωσε την απάντηση που έδινε πάντα.

Η γυναίκα του επιτέλους κατάλαβε ότι ο άντρας της σοβαρολογούσε και ότι δεν μπορούσε να βγάλει άκρη μαζί του. Πήγε στην κουζίνα και κοπάνησε την πόρτα. Εκείνος ντύθηκε πρόχειρα και φόρεσε τα παπούτσια του.

«Φεύγω, πάω στο κέντρο. Δεν αντέχω άλλο εδώ, πνίγομαι!», της φώναξε.

«Μην πας στο κέντρο, έχει εγκληματικότητα», του είπε εκείνη μέσα από τα δόντια της.

«Σου φαίνομαι σαν άτομο από το οποίο έχει κανείς κάτι να κλέψει;», είπε ο συγγραφέας και έφυγε.

Περπάτησε ως το μετρό και μέσα στο βαγόνι άρχισε να σκέφτεται τον καβγά που γινόταν ξανά και ξανά στο σπίτι του. Ο συγγραφέας ήταν φιλόλογος. Δεν ήθελε να γίνει καθηγητής σε σχολείο και έκανε ιδιαίτερα μαθήματα. Αυτήν την χρονιά, όμως, είχε μόνο δύο μαθητές, δύο αδέρφια. Το αγόρι ήταν εντελώς αδιάφορο και ήταν σαν να μην τον άκουγε. Το κορίτσι, κάθε φορά που προσπαθούσε να γίνει πιο αυστηρός, σήκωνε το δάχτυλο κι ένα τεράστιο λευκό νύχι πλησίαζε επικίνδυνα τη μύτη του. Τελικά η μητέρα τους του είπε να σταματήσουν τα μαθήματα πριν τις διακοπές του Πάσχα. Δεν μπορούσε να θεωρήσει ότι είχε ευθύνη, οι νέοι αυτοί ήταν εντελώς αδιάφοροι απέναντι στην Αρχαία Ελληνική Γραμματεία κι εκείνος είχε ανακουφιστεί που δεν θα τους έβλεπε ξανά.

Η γυναίκα του το έβλεπε αλλιώς, όμως, καθότι δούλευε πολλές ώρες σε μια οικογενειακή επιχείρηση και έκανε όλες τις δουλειές του σπιτιού. Ήταν τόσο εξαντλημένη σωματικά που είχε σταματήσει να γοητεύεται από το συγγραφικό ταλέντο του άντρα της και μετάνιωνε που δεν είχε παντρευτεί έναν καλοντυμένο δικηγόρο με γνωριμίες, που τη φλέρταρε πολύ κάποτε.

Ο συγγραφέας δεν ήταν αδιάφορος, αντιθέτως υπέφερε από όλα. Δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί για το οτιδήποτε. Στο μυαλό του διαρκώς σχηματίζονταν ιστορίες και πολλές φορές ρωτούσε ανθρώπους, με τους οποίους συνομιλούσε, όταν έλεγαν κάτι ενδιαφέρον, «Συγγνώμη, αυτό μπορώ να το γράψω;». Κάποιοι απορούσαν με την ερώτηση. Οι φίλοι του μπορεί να συζητούσαν μιάμιση ώρα για το πώς καθαρίζουν οι αρμοί στα πλακάκια της βεράντας ή για το ποια ράτσα σκύλου αγαπούν πολύ τα παιδιά. Στις περισσότερες συζητήσεις δεν είχε τίποτα να πει και κουνούσε το κεφάλι τάχα με ενδιαφέρον. Οι φίλοι του ήξεραν ότι δεν τους άκουγε και έκαναν ότι του μιλούσαν τάχα με ενδιαφέρον κι εκείνοι. Και δεν ήταν επώδυνες μόνο οι κοινωνικές επαφές. Ο γιος, που είχε από τον πρώτο γάμο του, για να μην του μοιάσει έγινε επιστήμονας στο εξωτερικό και ήταν νύχτα και μέρα σε κάποιο εργαστήριο κάνοντας πειράματα σε ποντίκια. Μιλούσαν μόνο στις γιορτές και δεν είχε διαβάσει κανένα βιβλίο του.

Η μεγάλη αλήθεια είναι πως όταν κάποιος αγαπά υπερβολικά πολύ κάτι, είναι εντελώς ανίκανος να ασχοληθεί με οτιδήποτε άλλο. Έτσι ο συγγραφέας ήταν αποτυχημένος επαγγελματίας, αποτυχημένος πατέρας και σύζυγος, αποτυχημένος φίλος και αποτυχημένος πολίτης, αφού δεν ήξερε ούτε ποιος ήταν ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Μοναδική του παρηγοριά ήταν η σκέψη ότι πολλοί σπουδαίοι συγγραφείς είχαν δύσκολη ζωή και εθισμούς και ήταν περιφρονημένοι στην εποχή τους. «Και ο Ντίκενς υπέφερε ως παιδί», σκεφτόταν όταν μάλωνε με τη φορτική μητέρα του. «Ο Ντοστογιέφσκι ξόδευε όλα του τα χρήματα στον τζόγο», παρηγοριόταν, όταν αγόραζε δεύτερο πακέτο τσιγάρα την ίδια μέρα.

Αυτούς τους μεγάλους, δυστυχισμένους συγγραφείς σκεφτόταν πάλι, όταν πήγε στον εκδότη του εκείνο το πρωί.

«Δεν θα εκδώσουμε άλλο βιβλίο, αν δεν πουληθούν κάποια από τα προηγούμενα ώστε να βγάλουμε τουλάχιστον τα έξοδά μας», του είπε για πολλοστή φορά ο εκδότης. «Κάνε κι εσύ κάτι! Ανέβασε μια φωτογραφία με το βιβλίο στο πλοίο ή έστω σε μια γραφική βάρκα. Τράβα ένα βίντεο όπου θα μιλάς για τον εαυτό σου. Κάνε επιτέλους μια παρουσίαση!»

«Δεν μπορώ να μιλάω σε κόσμο, μισώ τα πλήθη. Και ο εαυτός μου δεν έχει τίποτα ενδιαφέρον, αν είχε δεν θα ζούσα διαρκώς σε φανταστικούς κόσμους γράφοντας. Πώς να γυρίσω βίντεο μόνος μου; Δεν θα είμαι σαν κυρία που πουλάει χαλιά στην τηλεόραση;»

«Έτσι είναι τα πράγματα σήμερα. Ο καθένας οφείλει να προωθήσει το έργο του. Και μη μου πεις πάλι ότι ο Κάφκα δεν θα καταδεχόταν ποτέ να έχει μέσα κοινωνικής δικτύωσης».

Ο συγγραφέας νιώθοντας πάλι πως δεν τον καταλαβαίνει κανείς έφυγε χωρίς να χαιρετίσει. Ο εκδότης δεν έδωσε καμία απολύτως σημασία στην όλη συνάντηση, γιατί διάβαζε ταυτόχρονα ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που του είχαν στείλει και ήταν σε κρίσιμο σημείο. Όταν ο συγγραφέας κοπάνησε την πόρτα, ο εκδότης πετάχτηκε ξαφνιασμένος αλλά γρήγορα επανήλθε στον μυστηριώδη δολοφόνο του χειρόγραφου.

Ο συγγραφέας περπατούσε στην αδιάφορη γκρίζα πόλη θλιβερός και θλιμμένος, όταν διάβασε το μήνυμα από τη γυναίκα του στο παλιό του κινητό. Τον ρωτούσε αν το βράδυ θα έτρωγαν σπανακόρυζο ή μπάμιες. Αυτά τα διλήμματα τον εξαντλούσαν.

Ονειρεύτηκε τη στιγμή που θα πέθαινε. Ήταν σίγουρος πως σε κάποιο παράδεισο είναι μαζεμένοι όλοι οι λογοτέχνες, γράφουν με άυλες πένες, συνομιλούν μεταξύ τους και στοχάζονται ασταμάτητα και αιώνια χωρίς να τους διακόπτει κανένας. Εκείνοι μόνο θα καταλάβαιναν, όταν θα πήγαινε να τους βρει, πόσο δύσκολη ήταν η ζωή του.

fractalart.gr

Pin It on Pinterest

Share This